Αποτυγχάνει το Ριάντ στην Υεμένη;

Υεμένη_ερείπια_180515

Τα μηνύματα που εκπέμπει η Σαουδική Αραβία σε σχέση με την κρίση της Υεμένης γίνονται όλο και πιο αντιφατικά. Έτσι, την Πέμπτη ο νέος Σαουδάραβας υπουργός Εξωτερικών Adel al-Jubeir απηύθυνε δημοσίως πρόταση για κατάπαυση του πυρός από την Τρίτη 12 Μαϊου και για πέντε ημέρες, με στόχο την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης που έχει προκαλέσει το από αέρος σφυροκόπημα της Υεμένης εδώ και ενάμιση μήνα από τις δυνάμεις του Ριάντ και των συμμάχων του. Μάλιστα, οι σιίτες αντάρτες Houthi που βρίσκονται στο στόχαστρο των σαουδαραβικών επιχειρήσεων δήλωσαν την Κυριακή, μέσω του καναλιού του al-Massirah, ότι αντιμετωπίζουν θετικά “κάθε μέτρο ή προσπάθεια που θα μπορούσε να τερματίσει τις δοκιμασίες της χώρας”, ενώ αντιστοίχως δεκτικοί στην ιδέα της κατάπαυσης του πυρός εμφανίσθηκαν και οι σύμμαχοί τους, ήτοι το τμήμα των ενόπλων δυνάμεων που μένει πιστό στον πρώην πρόεδρο Saleh.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή κλιμακώθηκαν οι επιθέσεις εναντίον της πόλης Saada, κατεξοχήν προπύργιο των σιιτών ανταρτών Houthi στα βόρεια της Υεμένης, ενώ οι δυνάμεις του υπό σαουδαραβική ηγεσία συνασπισμού διαμήνυσαν ότι το σύνολο της περιοχής θα θεωρηθεί στρατιωτικός στόχος και συνέστησαν στο ένα εκατομμύριο των κατοίκων να απομακρυνθούν – άγνωστο πώς και προς τα πού.

Παράλληλα, το πρωϊ της Κυριακής εξαπολύθηκαν στην πρωτεύουσα Sana΄a τρεις αεροπορικές επιδρομές εναντίον της οικίας του Saleh, ο οποίος, σε ρόλο ρεπόρτερ, περιέγραψε την καταστροφή ενώπιον της τηλεοπτικής κάμερας, για να αποδείξει ότι ο ίδιος είναι σώος.

Η ακραία αυτή αντιφατικότητα χαρακτήριζε άλλωστε την ανακοίνωση από μέρους του Ριάντ στις 21 Απριλίου ότι η επιχείρηση “Θύελλα Αποφασιστικότητας” που ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου “πέτυχε τους στόχους της” και τερματίζεται – μόνο και μόνο για να αντικατασταθεί, όπως ανακοινώθηκε εντός ολίγων ωρών, από τη νέα επιχείρηση “Αποκατάσταση της Ελπίδας”, με στόχο πάντα τον “περιορισμό της δυνατότητας των τρομοκρατών να μετακινούνται και να εξοπλίζονται”, αλλά και την προώθηση πολιτικής λύσης.

Οι παλινωδίες εξηγούνται εν μέρει από την ανάγκη να εξασφαλισθεί ένας μίνιμουμ συντονισμός με τις Ηνωμένες Πολιτείες – ενδεχομένως δε και από διαφωνίες στο εσωτερικό του μυστικοπαθούς Οίκου των Σαούντ. Η πρόταση πάντως του Adel al-Jubeir για πενθήμερη κατάπαυση του πυρός διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια επίσκεψης γνωριμίας του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών John Kerry, ο οποίος εξέφρασε τον φόβο ότι στην Υεμένη οικοδομείται “ανθρωπιστική κρίση”.

Πράγματι, η Σαουδική Αραβία πέτυχε, αν το μέτρο της “επιτυχίας” είναι η συλλογική τιμωρία του υεμενικού πληθυσμού (όπως συνέβη το 1990, όταν η Σαουδική Αραβία απέλασε ένα εκατομμύρια μετανάστες από την Υεμένη, λόγω της πολιτικής στήριξης του Saleh στον Saddam Hussein για την εισβολή στο Κουβεϊτ) ή η καταστροφή των υποδομών – πολιτικών αλλά και στρατιωτικών, για τον φόβο της αποσκίρτησης στο αντίπαλο στρατόπεδο. Υπηρεσίες του ΟΗΕ και διεθνείς οργανώσεις αρωγής υπολογίζουν ότι οι νεκροί ξεπερνούν τους 1.200 από τις 25 Μαρτίου (στην πλειοψηφία τους άμαχοι), ενώ τουλάχιστον οι μισοί από τους 24 εκατ. κατοίκους της Υεμένης αντιμετωπίζουν άμεσο επισιτιστικό πρόβλημα, λόγω του ναυτικού αποκλεισμού, προκειμένου “να μην εξοπλισθούν οι Houthi”, μιας χώρας η οποία καλύπτει το 90% των διατροφικών της αναγκών από εισαγωγές.

Η Human Rights Watch κατήγγειλε μάλιστα τη Σαουδική Αραβία για χρήση βομβών διασποράς, ενώ ο βομβαρδισμός του αεροδρομίου της Sana΄a δυσκολεύει απεριόριστα τη διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας – για την οποία μάλιστα το ίδιο το Ριάντ κατέβαλε στον ΟΗΕ το ποσό των 276 εκατομμυρίων δολαρίων.

Στην πραγματικότητα, πηγή των αντιφάσεων είναι το γεγονός ότι η Σαουδική Αραβία δεν είναι δυνατόν να τερματίσει την πολεμική της περιπέτεια στην Υεμένη παρά μόνο αφού εξασφαλίσει την ολοκληρωτική νίκη, η οποία όμως είναι ανέφικτη. Και μόνο το γεγονός ότι η πλουσιότερη χώρα της Αραβικής Χερσονήσου επιτέθηκε στην φτωχότερη είναι δείγμα πολιτικής αποτυχίας – πόσο μάλλον όταν ο Μαροκινός μεσολαβητής του ΟΗΕ στην Υεμένη Jamal Benomar αποκάλυψε παραιτούμενος τον Απρίλιο ότι παραμονές της έναρξης της “Θυέλλας Αποφασιστικότητας” είχε φθάσει πολύ κοντά σε συμφωνία για τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας, αναγνωρισμένης και από τους Houthi. Πλέον, οποιοσδήποτε συμβιβασμός για αποκέντρωση της εξουσίας δεν έχει ιδιαίτερο νόημα, όταν δεν λειτουργεί οποιαδήποτε κρατική υποδομή.

Αλλά και στο επιχειρησιακό επίπεδο, τίποτε δεν έχει σταματήσει, ελλείψει χερσαίας επέμβασης, τον τελευταίο ενάμιση μήνα την προέλαση των Houthi και των συμμάχων τους, που αποτελούν γηγενείς πολεμιστές, γνώστες του ορεινού τοπίου και ασκημένους σε έξι ένοπλες εξεγέρσεις από το 2004 μέχρι σήμερα. Υπενθυμίζεται ότι o Nasser που είχε λάβει την ολέθρια απόφαση να επέμβει στον εμφύλιο πόλεμο της (βόρειας) Υεμένης τη δεκαετία του ΄60 ήρθε αντιμέτωπος με την απώλεια 20.000 Αιγύπτιων στρατιωτών, ενώ και η επέμβαση των Σαουδαράβων το 2009 κατά των Houthi και υπέρ των κυβερνητικών δυνάμεων κατέληξε σε μια ταπεινωτική “ισοπαλία”.

Αντί της αποκατάστασης της νόμιμης κυβέρνησης του προέδρου Hadi, τον οποίο ανέτρεψαν οι Houthi, οι τωρινές πολεμικές επιχειρήσεις της Σαουδικής Αραβίας είχαν ως αποτέλεσμα να δεχθούν την προηγούμενη εβδομάδα επιθέσεις όλμων, με τουλάχιστον έναν νεκρό, οι μεθοριακές σαουδαραβικές περιοχές της Najran και της Jizan – εξ ού και η κατοπινή τιμωρητική μανία εναντίον της Saada.

Οι αποστάσεις των συμμάχων

Σε διπλωματικό επίπεδο, η ήττα είχε έρθει νωρίτερα, με την ομόφωνη απόφαση του κοινοβούλιο του Πακιστάν να τηρήσει στάση ουδετερότητας, παρά τις υποσχέσεις του Πακιστανού πρωθυπουργού Nawaz Sharif προς το Ριάντ, με το οποίο έχει πολύ στενούς δεσμούς, ότι η χώρα του θα συμμετάσχει με στρατιωτικές δυνάμεις της στην επέμβαση κατά της Υεμένης. Παρά τις φήμες που θέλουν έως και το πακιστανικό πυρηνικό οπλοστάσιο του Πακιστάν να αποτελεί στην πραγματικότητα “εξωχώρια επένδυση” του Ριάντ, το Πακιστάν απέφυγε να μετατραπεί σε “πεζικάριο” της “Θυέλλας Αποφασιστικότητας”, επικαλούμενο τις ανάγκες ασφαλείας, που προκύπτουν από την συνεχιζόμενη σύγκρουση με τους Πακιστανούς Ταλιμπάν, αλλά και τον φόβο της έξαρσης των εντάσεων με το σιιτικό στοιχείο της χώρας (20% του πληθυσμού), καθώς η επέμβαση στην Υεμένη χρωματιζόταν εξαρχής ως σεκταριστική σύγκρουση.

Οι περιφερειακοί παίκτες απλώς διαπιστώνουν ότι η Σαουδική Αραβία στοχεύει πάνω από τις δυνατότητές της, σε μια πανικόβλητη αντίδραση που παροξύνεται αφενός από την προοπτική συμφωνίας του Ιράν με τις μεγάλες δυνάμεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα και αφετέρου από τις φιλοδοξίες του γιου του βασιλιά Salman, υπουργού Άμυνας και πλέον δεύτερου στην διαδοχή του θρόνου, πρίγκηπα Muhammad.

Η Ουάσιγκτον ειδικότερα κράτησε μιαν αμφίσημη στάση, στηρίζοντας με επίσημες δηλώσεις (αλλά και με επιχειρησιακή υποστήριξη) τον περί το Ριάντ συνασπισμό, την ώρα που ανώτατοι Αμερικανοί στρατιωτικοί εξέφραζαν με διαρροές τις επιφυλάξεις τους και η κυβέρνηση Obama χαιρέτισε τον τερματισμό της “Θυέλλας Αποφασιστικότητας” απευθύνοντας παραινέσεις για πολιτικό διάλογο. Δεν διαφεύγει άλλωστε της προσοχής των Αμερικανών ιθυνόντων το γεγονός ότι μεγάλος κερδισμένος της κρίσης αναδεικνύεται η “Αλ Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου” η οποία δρά στις ανατολικές επαρχίες της Υεμένης και κατάφερε να καταλάβει την πόλη Mukalla το λιμάνι και το αεροδρόμιό της, να αποσπάσει ένα εκατομμύριο δολάρια από τις τράπεζές της και να στρατολογήσει 300 κρατουμένους που απελευθέρωσε από τις φυλακές. Υπενθυμίζεται ότι για την καταπολέμηση της “Αλ Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου” οι ΗΠΑ έχουν, από την εποχή του Saleh, διαθέσει κονδύλια για την εκπαίδευση του υεμενικού στρατού (που αξιοποιήθηκαν για την ενίσχυση της… ασφάλειας του Προεδρικού Μεγάρου) και έχουν εξαπολύσει αλλεπάλληλες επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών με περίπου χίλιους νεκρούς – βάσει πληροφοριών που διέθετε η Σανάα και αφορούσαν… κυρίως αντιπάλους της κυβέρνησης.

Συγγραφή: Kώστας Ράπτης
Πηγή: www.capital.gr

Leave a Reply


+ εννέα = 10