Α. Τάσσος: «Το δικό μου χέρι ξεκινά από την καρδιά»

By 21 Μαρτίου 2015 Πολιτισμός No Comments
τάσσος_χαράκτης_200315

«Στα έργα μου υπάρχει η ανθρώπινη οδύνη, αλλά και η αποφασιστικότητα. Οι άνθρωποι που κινούνται στα έργα μου σηκώνουν το βάρος της σκλαβιάς και της τυραννίας. Αλλά είναι τόσο αλύγιστοι εκφραστικά, που δεν μπορούν παρά να μένουν όρθιοι ως το τέλος. Ορθιοι ακόμα κι όταν πέφτουν. Αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμά μου».

Στα παραπάνω λόγια του κομμουνιστή χαράκτη Τάσσου Αλεβίζου, που έμεινε γνωστός ως «Α. Τάσσος» (ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραψε ένα σπουδαστικό σχέδιό του), συμπυκνώνονται η δύναμη και η ουσία του έργου του. Το έργο του είναι μεγάλο, όπως μεγάλος είναι και ο ίδιος, γιατί αφουγκράστηκε, συνδέθηκε κι εξέφρασε τις αγωνίες, τις ελπίδες, τους αγώνες, την προοπτική του λαού μας.

Η ΚΕ του ΚΚΕ διοργανώνει αφιέρωμα στον χαράκτη Α. Τάσσο και την πολύτιμη προσφορά του στην Τέχνη και τη λαϊκή πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από το θάνατό του.

Ποτέ στη ζωή του δεν υπήρξε θεατής

Στις 25 Μάρτη του 1914 στη Λευκοχώρα Μεσσηνίας γεννιέται ο Τάσσος. Το 1919 η οικογένεια Αλεβίζου έρχεται στην Αθήνα. Εγκαθίσταται στο αραιοκατοικημένο τότε Δουργούτι, σημερινό Νέο Κόσμο. Το 1922 πρόσφυγες Μικρασιάτες βρίσκουν καταφύγιο και σε αυτή τη γειτονιά. Ο πόνος, αλλά και η αξιοπρέπεια, ο άνθρωπος του μόχθου και ο αγώνας του για επιβίωση τον σημαδεύουν. «Εβλεπα παράγκες, έφτιαχνα παράγκες… Εβλεπα φτώχεια, έφτιαχνα φτώχεια. Εκφραζόμουν σύμφωνα με τον περίγυρό μου, που με συγκινούσε, με αναστάτωνε…».

Ηταν ακόμα μαθητής, όταν άρχισε να δραστηριοποιείται στην Εργατική Λέσχη Δουργουτίου. Παραμονές της Πρωτομαγιάς του 1930, ο Τάσσος συλλαμβάνεται από την αστυνομία «προληπτικά». Μετά από μιάμιση μέρα παραδίδεται στον πατέρα του, με τη σύσταση να συμμορφωθεί. «Και συμμορφώθηκα. Την άλλη μέρα κιόλας έγινα μέλος της ΟΚΝΕ…», ανέφερε χαρακτηριστικά. Λίγα χρόνια αργότερα γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Το 1930, όντας ακόμη έφηβος, δίνει εξετάσεις και μπαίνει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Δάσκαλοί του στη ζωγραφική οι Κ. Παρθένης, Θ. Θωμόπουλος και Ο. Αργυρός. Χαρακτική διδάχθηκε από τον Γιάννη Κεφαλληνό.

Χωριάτικος γάμος, 1947
Χωριάτικος γάμος, 1947

Στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», που έβγαζαν κομμουνιστές διανοούμενοι, κάνει τα πρώτα του βήματα ως εικαστικός, όπως και πολλοί άλλοι εικαστικοί της γενιάς του. Εκεί δημοσιεύεται και το άρθρο του «Ξυλογραφία: Η Τέχνη των μαζών». Αποδίδει θέματα από τη σκληρή καθημερινότητα και τους αγώνες της εργατικής τάξης. Φαίνεται ξεκάθαρα η κοινωνική και πολιτική διάσταση που θέλει να δώσει.

Πριν τελειώσει τις σπουδές του, το Μάρτη του 1936, ο Α. Τάσσος παρουσιάζει στο βιβλιοπωλείο «Ελευθερουδάκη» την πρώτη του ατομική έκθεση που εντυπωσιάζει. Την ίδια χρονιά η έκθεση αυτή παρουσιάζεται στην Πράγα και στο Κόζιτσε. Συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι, στη Ρώμη και τη Φλωρεντία. Εκεί έρχεται σε επαφή με τις πιο προοδευτικές αισθητικές τάσεις, όπως τη χαρακτική του Ε. Μουνκ, της Κ. Κόλβιτς και των Γερμανών εξπρεσιονιστών. Το 1938 επιστρέφει στην Αθήνα και παρουσιάζει 6 συνθετικές ξυλογραφίες στην Πανελλήνια Εκθεση Κλασικών Τεχνών. Αποσπά το Α” Βραβείο Χαρακτικής. Συλλαμβάνεται από τη μεταξική δικτατορία. Το 1940 ο καλλιτέχνης εκθέτει νέα έργα του και αποσπά το Α” Κρατικό Βραβείο Χαρακτικής.

Στρατευμένος

Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου ο Τάσσος συμμετέχει στην ομάδα των εικαστικών – επίλεκτων μαθητών του Γ. Κεφαλληνού. «Τι έδωσες εσύ;», τιτλοφορείται μια αφίσα του Τάσσου εκείνη την περίοδο.

«Κάθε πρωί», 1932
«Κάθε πρωί», 1932

Συμμετέχει στο ΕΑΜ Καλλιτεχνών, που είχε και εικαστικό τμήμα και ορίζεται πρώτος γραμματέας του. Κάτω από την καθοδήγηση της Ηλέκτρας Αποστόλου φιλοτεχνεί χαρακτικά για τις οργανώσεις του ΕΑΜ και τη Διαφωτιστική Επιτροπή του ΚΚΕ.

Σε συνέντευξή του το 1981 στο περιοδικό «Τέχνη και πολιτισμός», αναφέρει χαρακτηριστικά για τα χρόνια της Κατοχής: «Εμείς παίρναμε από την ΚΕ του ΕΑΜ το θέμα της δουλειάς και τα συνθήματα. Ομως τα τσιγκογραφεία ήταν απροσπέλαστα, δουλεύαμε με ξύλα και λινόλεουμ. Συχνά η δουλειά ήταν ομαδική (…) Οταν τελειώναμε, παραδίδαμε τα χαραγμένα ξύλα στο καθορισμένο ραντεβού… κι ύστερα χάναμε τα ίχνη τους. Ηταν μια δουλειά αρκετά παράτολμη κι επικίνδυνη. Τσάντες με προεξέχουσες τις ιστορικές λαχανίδες της Κατοχής καμουφλάριζαν τα πιο φλογερά μηνύματα ελευθερίας. Διασχίζαμε την Αθήνα, τις μέρες ανάμεσα σε μπλόκα, τραμ, γκαζόζεν, τις νύχτες με την απόλυτη αντιαεροπορική συσκότιση, ανάμεσα σε χαφιέδες, τάγματα ασφαλείας και τους Γερμανούς (…) Υστερα, κάποιο πρωί, βλέπαμε ταυτόχρονα με τους άλλους Αθηναίους, το έργο μας κολλημένο παντού στους τοίχους, στις μάντρες…».

Το 1944 το ΕΑΜ Εικαστικών Καλλιτεχνών αποφασίζει, ως μια μορφή αντίστασης, να συμμετάσχει στην Πανελλήνια Εκθεση, παρότι η διοργάνωσή της εποπτευόταν από τους κατακτητές. Οι Γερμανοί έκλεισαν την έκθεση, συνέλαβαν και κράτησαν για 40 μέρες στις φυλακές Αβέρωφ τους Τάσσο, Κεφαλληνό, Κορογιαννάκη και Κανά, οι οποίοι απελευθερώθηκαν χάρη στις έντονες διαμαρτυρίες.

Στο ατελιέ του το 1976
Στο ατελιέ του το 1976

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει σε τρεις σημαντικές εκδόσεις – λευκώματα, στις οποίες συμμετείχε με έργα του ο Τάσσος, για τις οποίες έλεγε ο ίδιος: «Σε κάθε σελίδα ένα κείμενο, συνήθως ποίημα και μια εικόνα. Ηταν αναπόσπαστα αυτά τα δύο στοιχεία. Το ένα συμπλήρωνε το άλλο, του έδινε ένα ακριβές και συγκεκριμένο νόημα». Στις 25 Μάρτη 1943 κυκλοφόρησε το κοινό λεύκωμα των ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, «Από τους αγώνες του ελληνικού λαού», που κυκλοφόρησε μαζί με τη Διακήρυξη – Κάλεσμα της ΚΕ του ΕΑΜ για παλλαϊκή συμμετοχή στη μεγάλη διαδήλωση που έγινε την ίδια μέρα στην Αθήνα, ενάντια στην τριπλή φασιστική κατοχή. Η επεξεργασία της έκδοσης γίνεται στο ατελιέ του Μ. Μακρή. Στο λεύκωμα δημιουργούν επίσης ξυλογραφίες οι Β. Κατράκη, Λ. Μαγγιώρου, Γ. Βελισσαρίδης. Το Μάρτη του 1945 κυκλοφορεί από εικαστικούς και λογοτέχνες λεύκωμα με τίτλο «Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά». Την Πρωτομαγιά του 1945, μέρα τιμής και μνήμης για τους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές της Καισαριανής, τυπώνεται λεύκωμα με τίτλο «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς».

Το 1945 ιδρύεται από το ΚΚΕ η εκδοτική εταιρεία «Τα Νέα Βιβλία». Ο Τάσσος αναλαμβάνει καλλιτεχνικός υπεύθυνος.

Τα χρόνια αυτά, γενικότερα, δίνουν ώθηση και στην καλλιτεχνική παραγωγή, για να αποτυπώσει αυτές τις ιστορικές στιγμές. Ηρωες, μάχες, μπλόκα, εκτελέσεις, μεγάλες διαδηλώσεις αποτυπώνονται σε πλήθος έργων. Πολλές φορές δανείζονται στοιχεία από τη Βυζαντινή Τέχνη και την αγιογραφία κι άλλες φορές αξιοποιούν το μοντερνισμό, για να αποτυπώσουν τη μεγαλειώδη δράση του λαού, του ΕΑΜ, του ΚΚΕ.

Εμπνέεται από τα βιώματά του, ιστορικά βιώματα του λαού

Το 1950 είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας «Στάθμη». Η ομάδα με εκθέσεις, κυρίως στην επαρχία, αλλά και στο εξωτερικό προσπαθεί να φέρει σε επαφή τους εργαζόμενους με την Τέχνη. Την περίοδο 1952 – 1960 δουλεύει κυρίως σε έγχρωμες ξυλογραφίες, λυρικά τοπία και σκηνές από την αγροτική ζωή, από τα χωράφια και τους ελαιώνες της ιδιαίτερης πατρίδας του της Μεσσηνίας.

Τη δεκαετία του 1960 η θεματογραφία του άρχισε να επικεντρώνεται στην απόδοση της ανθρώπινης μορφής με σταδιακή εγκατάλειψη του χρώματος και στροφή στο ασπρόμαυρο, που από τότε και μετά δεν το εγκαταλείπει.

Στα χρόνια της δικτατορίας ο Τάσσος, με την ασπρόμαυρη ξυλογραφία του, χαράζει σε πίνακες που φτάνουν το μήκος ενός μέτρου. Ξαναγυρνά στα γεγονότα που τον συγκλόνισαν. Μέσα από τις μορφές και τα σύνολα που χαράζει, φιλοτεχνεί έργα κοινωνικής διαμαρτυρίας. Οπως είχε αναφέρει σε συνέντευξή της στον «Ριζοσπάστη» η σύζυγός του, Λουκία Μαγγιώρου, για εκείνη την περίοδο, «δουλεύοντας το τεράστιο σχήμα άρχισε να βλέπει τη μεγάλη σύνθεση. Αυτά τα χρόνια θα μπορούσαμε να πούμε ότι έκανε ένα εικαστικό ρεπορτάζ. Κάθε φορά που έβλεπε σε μια εφημερίδα ένα γεγονός, το μετέφερε αμέσως στο ξύλο. Τα γεγονότα βέβαια που συνέβαιναν γύρω μας, επηρέασαν το έργο του σε όλες τις εποχές. Και πάντα με σημείο αναφοράς τον άνθρωπο».

Στο εργαστήρι του φτάνουν συνεχώς μηνύματα για νέους φυλακισμένους. Από το Δεκέμβρη του 1967 έως το Γενάρη του 1968 χαράζει 3 «Αφιερώματα» σε 3 κρατούμενους συντρόφους τους. Στην Βάσω Κατράκη, στον Μίκη Θεοδωράκη και στον Γιάννη Ρίτσο. Επόμενα έργα αυτής της περιόδου είναι η «Μνήμη Τσε Γκεβάρα: Οργή και Περισυλλογή», οι «Αρχαγγέλοι», σύμβολα της Αντίστασης, η «Ελευθερία στη φωτιά», ο «Μαύρος Ηλιος», το «Επιτύμβιο για τον Γκρέηκ και την Τζόαν». Και φτάνουμε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973. Ο Τάσσος από τις 20 Νοέμβρη του 1973 ξεκινά τη μεγάλη σύνθεση «17 Νοέμβρης 1973» και την ολοκληρώνει το Σεπτέμβρη του 1975. Πρόκειται για μια μνημειακή σύνθεση, 5,2 μέτρων, χαραγμένη σε τρία τμήματα και παραμένει στην αρχική της μορφή πάνω στις ξύλινες πλάκες.

«Διάλεξα δρόμο ασυμβίβαστο»

Σε ένα από τα τελευταία του κείμενα, στις 29 Μάρτη του 1985, για το πώς εκτιμούσε ο ίδιος την πορεία του και τη ζωή του ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «Και τώρα σε πλήρη ωριμότητα συνεχίζουμε με τον ίδιο ενθουσιασμό, τα ίδια ιδανικά, την αλληλοεκτίμηση και την αγάπη για να πορευόμαστε στη ζωή, στους κοινωνικούς αγώνες και την τέχνη. Τι θα ήθελα αναλογιζόμενος την πορεία μου στη ζωή και στην τέχνη, να “ρχιζα τώρα από την αρχή με τις γνώσεις που έχω συσσωρεύσει και με την τεράστια πείρα μου, με το ταλέντο αυτό που διαθέτω. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι η τροχιά μου θα ήταν μακρύτερη και πολλά περισσότερα θα πρόσφερα στη ζωή και στην τέχνη και στην ειρήνη κι όμως για όλα αυτά ο αγώνας συνεχίζεται».

Το 1977, ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και επικεφαλής της.

Το 1978, με αφορμή τη σύγκληση του 10ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, το πρώτο νόμιμο Συνέδριο του ΚΚΕ μετά από το 1945, ο Τάσσος κυκλοφορεί χαρακτικό προς τιμήν του.

Ο Τάσσος ακόμα και σήμερα δίνει καθημερινά το «παρών» στο Κόμμα του με την αναδημιουργία του έργου του «Τα παιδιά της ασφάλτου», στην έδρα της ΚΕ του ΚΚΕ στον Περισσό. Στον Τάσσο είχε πέσει ο «κλήρος» για να κατασκευάσει ένα μνημειώδες έργο στα γραφεία του Κόμματος, που θα εξέφραζε σταθμούς από την πορεία, τη δράση και την προοπτική του λαϊκού κινήματος και του ΚΚΕ. Οταν ο Τάσσος άκουσε την πρόταση του Κόμματος είπε διστάζοντας: «Μα ένα τέτοιο ψηφιδωτό είναι πολύ μεγάλο». Μια φράση, όμως, απλή κι αληθινή, «μεγάλο είναι και το Κόμμα μας», τον έκανε να πει το ναι. Οπως περιγράφει ο γλύπτης Μέμος Μακρής στον «Ριζοσπάστη», «ο Τάσσος είχε κάνει κάποια προσχέδια για ψηφιδωτό, που τα συζητούσαμε. Μεσολάβησε όμως ο θάνατός του. Ετσι η επιτροπή επέλεξε ανάμεσα από τα ξυλογραφικά του έργα «Τα παιδιά της ασφάλτου», που εκφράζει κι αυτό τη μαχόμενη πορεία του λαού και του Κόμματος. Ζούσε ακόμα όταν γίνανε οι πρώτες δοκιμές για ψηφιδωτό».

Επιλέγουμε να κλείσουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα με ένα απόσπασμα από τα λόγια του Γιάννη Ρίτσου, μετά το θάνατο του χαράκτη. «Ο Τάσσος μας, με το μεγάλο έργο του, έδωσε όσο ίσως κανένας άλλος καλλιτέχνης του καιρού μας, την ιστορική πραγματικότητα της σύγχρονης Ελλάδας, που αποθανάτισε τους αγώνες του ελληνικού λαού, την ηρωική Αντίσταση, τις μέρες του Πολυτεχνείου. Τροφοδότησε τη μνήμη όλων μας κι εκείνων που έζησαν αυτές τις μεγάλες ώρες κι εκείνων που ήρθαν πολύ αργότερα. Ο Τάσσος δεν αποθανάτισε μόνο τις μεγάλες ώρες της Ελλάδας. Αλλά μαζί μ” αυτό, αποθανατίστηκε ο ίδιος κι έτσι μπροστά του σκύβουμε το κεφάλι με σεβασμό και θαυμασμό, γιατί μας έμαθε να μη σκύβουμε ποτέ το κεφάλι μπροστά στον εχθρό».

 

Πηγή: Ριζοσπάστης

Συγγραφή: Α. Πρ.

Σύνδεσμος: http://www.rizospastis.gr/story.do?id=8356736

Leave a Reply


3 + = πέντε