Η μεγάλη πρόκληση

Δανειστές_Ελλάδα_ανεργία_3ομνημόνιο_σκίτσο_250515

Αυτό που προβλέπεται δεν είναι τόσο η επίσημη χρεοκοπία ή/και η έξοδος μας από το ευρώ, αλλά η συνέχιση της σήψης της οικονομίας μας, εντός της Ευρωζώνης – η οποία θα ισοδυναμεί με ένα πιο επώδυνο μνημόνιο, είτε υπογραφεί, είτε όχι

 

«Ατυχώς, η Ελλάδα μοιάζει με την Αργεντινή σε δύο κεντρικές πτυχές της οικονομίας της: (α) και οι δύο χώρες έχουν έναν πολύ μικρό εξαγωγικό τομέα, ο οποίος δυσκολεύει σε μεγάλο βαθμό την εξωτερική προσαρμογή τους (άρθρο), ενώ (β) και οι δύο έχουν μία εξαγωγική «κουλτούρα», η οποία είναι προσανατολισμένη στα βασικά εμπορεύματα (πρώτες ύλες) – η προσφορά των οποίων, ακόμη και όταν εφαρμόζονται διαρθρωτικές αλλαγές ή επιβάλλονται χαμηλοί μισθοί, δεν αλλάζει σημαντικά, δε κλιμακώνεται.

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως η Ελλάδα είναι καταδικασμένη να βαδίσει στα ίχνη της Αργεντινής, οδηγούμενη στη χρεοκοπία. Εν τούτοις, απεικονίζει την πρόκληση, μπροστά από την οποία στέκεται η χώρα – δηλαδή, την «οικοδόμηση» του εξαγωγικού της τομέα από την αρχή.

Είναι καιρός λοιπόν να αναγνωρίσει η ελληνική κυβέρνηση αυτήν την αναγκαιότητα, οπότε να διευρύνει τις διαπραγματεύσεις της με τους δανειστές της – οι οποίες δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνουν μόνο το θέμα του δανεισμού της αλλά, επίσης, στρατηγικές ανάπτυξης των εξαγωγών της» (D. Gros).

.

Ανάλυση

Το Μάρτιο του 2010, πριν ακόμη η Ελλάδα οδηγηθεί σκόπιμα στο ΔΝΤ υπό το φόντο του Καστελόριζου, προσπαθώντας να ερευνήσουμε τα μεγάλα προβλήματα της οικονομίας της, έτσι ώστε να επιλυθούν έγκαιρα, είχαμε γράψει τα εξής (πηγή):

«Ο JMKeynes, κατά τη διάρκεια της διεθνούς συνόδου των Βερσαλλιών το 1919, με αντικείμενο τον τρόπο που θα έπρεπε να συμπεριφερθούν οι νικήτριες δυνάμεις του πρώτου παγκοσμίου πολέμου απέναντι στην ηττηθείσα Γερμανία (η Ελλάδα σήμερα έχει επίσης ηττηθεί – έχει χάσει δηλαδή «κατά κράτος» τη μάχη της ανταγωνιστικότητας, όπως πολλές άλλες «δυτικές» χώρες), είπε τα εξής:

«Απαιτήθηκαν 160 δις γερμανικά μάρκα για αποζημιώσεις πολέμου. Η δυνατότητα της Γερμανίας να πληρώσει 160 δις ή, έστω, 100 δις, είναι ανύπαρκτη – δεν βρίσκεται δηλαδή εντός των πλαισίων του εφικτού, με βάση έναν λογικό υπολογισμό. Αυτοί οι οποίοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε η Γερμανία να πληρώνει κάθε χρόνο πολλά δις Μάρκα για να εξοφλήσει, θα έπρεπε να μας εξηγήσουν, μέσω ποιών ακριβώς εμπορευμάτων θα ακολουθούσαν αυτές οι πληρωμές κατά τη γνώμη τους και σε ποιες ακριβώς Αγορές θα μπορούσαν να πουληθούν αυτά τα εμπορεύματα. Μέχρι να μπορέσουν να εκφραστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια και να τεκμηριώσουν αντικειμενικά τις αποφάσεις τους, απαιτώντας πράγματα που είναι δυνατόν να επιτευχθούν, δεν μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μας». 

Κανένας δεν τον άκουσε δυστυχώς, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει το κραχ του 1929 και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. 

Κατ’ επέκταση, αν και όχι κατ’ αναλογία, η ερώτηση που οφείλουμε να θέσουμε σε σχέση με τη χώρα μας και στην οποία θα πρέπει να απαντήσει η Ευρώπη, εάν δεν θέλουμε να αναλωνόμαστε συνεχώς στην περιγραφή προβλημάτων ή θεωρητικών λύσεων, αλλά στις δυνατότητες πρακτικής επίλυσης τους, είναι κατά κάποιον τρόπο αυτή που έκανε τότε ο Keynes: 

Μέσω της πώλησης ποιών ακριβώς εμπορευμάτων θα μπορέσουμε να μειώσουμε το χρέος και τα ελλείμματα μας, καθώς επίσης σε ποιες ακριβώς Αγορές θα μπορούσαν να πουληθούν αυτά τα εμπορεύματα; Εμείς θέλουμε να δουλέψουμε παραγωγικά, δεν είμαστε «οκνηροί», δεν μας αρέσει να χρωστάμε, δεν επιθυμούμε να είμαστε υπόλογοι σε κανέναν και προφανώς δεν θέλουμε να πουλήσουμε τη δημόσια περιουσία μας.

Πώς να το κάνουμε όμως πρακτικά, όταν μας έχουν αφαιρεθεί όλα τα εργαλεία χειρισμού της οικονομίας μας από την ΕΚΤ, ενώ ταυτόχρονα αποκλειόμαστε από όλες τις αγορές του εξωτερικού, σιγά-σιγά και από αυτές της ίδιας μας της χώρας;

Εάν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δεν μας εξασφαλίζουν τις αγορές τους για τα προϊόντα μας αυξάνοντας το ΑΕΠ μας, μας αποκλείουν σταδιακά από τη δική μας αγορά (Lidl, MakroMedia Markt, αεροδρόμια, λιμάνια, τηλεπικοινωνίες κλπ), δεν στέλνουν τους πολίτες τους να κάνουν διακοπές στην Ελλάδα, δεν χρησιμοποιούν τη ναυτιλία μας για τις μεταφορές τους, δεν κάνουν ευρύτερα χρήση του τομέα των υπηρεσιών μας, δεν επενδύουν εδώ σε παραγωγικές μονάδες για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα μας (αλλά μόνο εκμεταλλεύονται τις ανόητες καταναλωτικές μας επιδόσεις), δεν προστατεύουν τα σύνορα μας, δεν μας προσφέρουν χαμηλά επιτόκια και δεν ενδιαφέρονται για την επίλυση των προβλημάτων μας, για τι ακριβώς τους χρειαζόμαστε;

Εγκαταστάθηκαν εδώ, δημιούργησαν ολιγαρχίες, διέφθειραν συνειδήσεις (Siemens κλπ), έφτιαξαν δρόμους για την «εισβολή» των επιχειρήσεων τους, απομυζούν τη φορολογική βάση μας (φοροαποφυγή), εξάγουν τα προϊόντα τους εξασφαλίζοντας τις δικές τους θέσεις εργασίας, τοκίζουν με μεγάλα κέρδη τα χρήματα τους, κερδοσκοπούν στο χρηματιστήριο μας, επιβάλλουν τις πολιτικές τους και ταυτόχρονα μας κατακρίνουν διασύροντας μας, για να εισπράξουν ακόμη περισσότερα εις βάρος μας. Ποιος αλήθεια χρειάζεται ποιόν και ποιος τελικά εκμεταλλεύεται ποιόν;

Δυστυχώς, όπως και τότε, έτσι και σήμερα, η οικονομία μας είναι αντιμέτωπη με το ίδιο βασικό πρόβλημα, το οποίο παραμένει άλυτο – γεγονός που, μεταξύ άλλων, επεξηγεί την παταγώδη αποτυχία της πολιτικής των μνημονίων που μας επιβλήθηκε από την Τρόικα (ανάλυση), καταδικάζοντας μας να ακολουθήσουμε τα ίχνη της Αργεντινής, οι εξαγωγές της οποίας έχουν ανάλογη πορεία (γράφημα – διακεκομμένη γραμμή, δεξιά στήλη η Αργεντινή).

.

ΓΡΑΦΗΜΑ-Ελλάδα, Αργεντινή, εξαγωγές

.

Το πρόβλημα αυτό, η αδυναμία μας δηλαδή να εξάγουμε τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας, αυξάνοντας το ΑΕΠ μας, δημιουργώντας πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και περιορίζοντας σταδιακά το δημόσιο χρέος, όχι μόνο δεν έχει λυθεί, αλλά επιδεινώθηκε – αφού ο παραγωγικός μας ιστός «αποψιλώθηκε», ενώ δεν υπήρξε καμία απολύτως βοήθεια εκ μέρους των εταίρων μας, οπότε σήμερα κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή με τη χρεοκοπία.

Με δεδομένο δε το ότι, έχουν χαθεί τα ελάχιστα πρωτογενή πλεονάσματα που επιτεύχθηκαν το 2014, αυτό που προβλέπεται δεν είναι τόσο η επίσημη χρεοκοπία ή/και η έξοδος μας από την Ευρωζώνη, αλλά η συνέχιση της φθοράς και της σήψης της οικονομίας μας εντός της νομισματικής ένωσης – η οποία θα ισοδυναμεί με ένα καινούργιο, πολύ πιο επώδυνο μνημόνιο, ανεξάρτητα από το εάν υπογράψουμε ή όχι ανάλογα έγγραφα.

Με απλά λόγια, έχοντας απομονωθεί από τις διεθνείς αγορές και δανειζόμενοι από τους εταίρους μας (εάν) ποσά που θα οδηγούνται εξ ολοκλήρου στην εξυπηρέτηση των χρεών μας, οποιαδήποτε ελλείμματα παρουσιάζονται θα μετατρέπονται αυτόματα, χωρίς να μας επιβάλλονται από κανέναν, σε αυστηρά μέτρα λιτότητας – σε μειώσεις μισθών και συντάξεων, σε περικοπές του κοινωνικού κράτους, στο ξεπούλημα των επιχειρήσεων του δημοσίου, σε υψηλότερους φόρους κοκ.

Επομένως, εάν δεν διαπραγματευτούμε με τους εταίρους μας, εκτός από τη διαγραφή του χρέους, στρατηγικές που θα οδηγούν στην αύξηση των εξαγωγών μας, δεν πρόκειται να υπάρξει μέλλον – ακόμη και αν ευοδωθούν τα, ουτοπικά σε μεγάλο βαθμό, σενάρια διάσωσης, τα οποία κυκλοφορούν στα ΜΜΕ της Ευρώπης.

Η αύξηση των εξαγωγών

Είναι προφανές ότι, οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές της Ελλάδας ευρίσκονται σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο και επικίνδυνο σημείο – αφού το παραμικρό λάθος θα μπορούσε να προκαλέσει ένα ατύχημα, ανοίγοντας τους Ασκούς του Αιόλου για την Ελλάδα, την ΕΕ και τον πλανήτη.

Το ΔΝΤ φαίνεται αποφασισμένο να αποχωρήσει από τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα διάσωσης, η ελληνική οικονομία βυθίζεται ξανά στην ύφεση, τα ελλείμματα μάλλον επιστρέφουν δριμύτερα, ενώ η κοινωνία είναι πλέον εξουθενωμένη, μετά από τα συνεχή «βασανιστήρια» των τελευταίων πέντε ετών – κάτι που δεν μπορεί να αποκλείσει την εξέγερση της, παρά το ότι δεν φαίνεται κανένα ανάλογο «σημάδι» στον ορίζοντα.

Συνεχίζοντας, η βασική διαφορά της Ελλάδας με τις υπόλοιπες χώρες της κρίσης, όπως η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, καθώς επίσης με όλες όσες έλαβαν στο παρελθόν δάνεια εκ μέρους του ΔΝΤ, είναι οι εξαγωγές – οι οποίες συνήθως αυξάνονται, είτε λόγω της εξωτερικής υποτίμησης (μείωση της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος), είτε λόγω της εσωτερικής υποτίμησης που εφαρμόζεται, εξισορροπώντας τα άλλα μέτρα. Όπως έχουμε αναλύσει δε, οι μικρές χώρες δεν έχουν την πολυτέλεια των μεγάλων να επιλύουν εσωτερικά τα οικονομικά τους προβλήματα (άρθρο) – οπότε υπάρχει μόνο ο δρόμος των εξαγωγών.

Το κλειδί λοιπόν της αποφυγής της παγίδας λιτότητας, στην οποία έχει γκρεμιστεί η Ελλάδα, είναι οι εξαγωγές – όπου η αύξηση τους το τελευταίο χρονικό διάστημα είναι πλασματική, ουτοπική, αφού στηρίζεται κυρίως στις πωλήσεις πετρελαϊκών προϊόντων, ενώ η Ελλάδα δεν παράγει πετρέλαιο. Απλούστατα επειδή τα διυλιστήρια, τα οποία εισάγουν πετρέλαιο, έχουν σημαντικά παραγωγικά πλεονάσματα, εξάγουν διάφορα υποπροϊόντα του – με κέρδος μικρότερο του 5%, ωφελώντας ελάχιστα την ελληνική οικονομία.

Από την άλλη πλευρά, τα έσοδα από τη ναυτιλία, από το μεγαλύτερο εξαγωγικό κλάδο της Ελλάδας δηλαδή, προσφέρουν επίσης ελάχιστα στην οικονομία – αφού οι επιχειρήσεις αυτού του είδους πληρώνουν πολύ μικρούς φόρους, ενώ απασχολούν πολύ λίγους Έλληνες, επιλέγοντας εργαζομένους από τις χώρες φθηνού μισθολογικού κόστους. Όσον αφορά τη βιομηχανία, τα επεξεργασμένα προϊόντα που εξάγονται αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος των συνολικών.

Ουσιαστικά λοιπόν, εάν προσμετρήσει κανείς το πραγματικό μέγεθος των εξαγωγών, θα διαπιστώσει πως είναι της τάξης του 12% του ΑΕΠ (περί τα 22 δις €), αν και τοποθετούνται στα 37 δις $ ή πάνω από 30 δις € επίσημα – πολύ λίγες σε κάθε περίπτωση για μία χώρα όπως η Ελλάδα, συγκρινόμενες με την Ιρλανδία (πίνακας)

.

Χώρα \ Δείκτες ΑΕΠ 2013 Εξαγωγές 2013 Ποσοστό εξαγωγών/ΑΕΠ
Ελλάδα 246,4 36,6 14,85%
Ιρλανδία 246,0 120,0 48,78%

Πηγή: CIA fact book

.

Αν και η εξέλιξη των εξαγωγών μας λοιπόν εμφανίζεται καλύτερη από αυτήν της Ιρλανδίας (γράφημα, αριστερή στήλη και σκούρα γραμμή η Ελλάδα), το ύψος τους είναι ουσιαστικά αμελητέο – τονίζοντας το μέγεθος του προβλήματος μας.

.

ΓΡΑΦΗΜΑ-Ελλάδα, Ιρλανδία, εξαγωγές.

Στα πλαίσια αυτά, εάν προσθέσει κανείς πως το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας το 2008 ήταν της τάξης του 13% του ΑΕΠ, έχοντας μηδενισθεί σήμερα, θα διαπιστώσει πως η μείωση του δεν στηρίχθηκε στην αύξηση των εξαγωγών, αλλά στον περιορισμό των εισαγωγών.

Έτσι, θα κατανοήσει πως η μειωμένη ζήτηση δεν ισορροπήθηκε από την αύξηση των εξαγωγών (όφειλαν να διπλασιαστούν τουλάχιστον) – με αποτέλεσμα να βυθιστεί η χώρα σε μία πρωτοφανή ύφεση για περίοδο ειρήνης, να κλιμακωθεί η ανεργία κοκ.

.

Η Πορτογαλία

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου το εμπορικό της έλλειμμα το 2008 ήταν μεγαλύτερο από τις εξαγωγές της, το αντίστοιχο της Πορτογαλίας (γράφημα, διακεκομμένη γραμμή και δεξιά στήλη η Πορτογαλία) αποτελούσε το ένα τρίτο περίπου των εξαγωγών – γεγονός που σημαίνει ότι, θα έπρεπε να αυξήσει μόλις κατά ένα τρίτο τις εξαγωγές της, για να το ισοσκελίσει, χωρίς να μειώσει τις εισαγωγές (οπότε την εσωτερική ζήτηση, το ΑΕΠ, τα έσοδα του δημοσίου κοκ.).

.

ΓΡΑΦΗΜΑ-Ελλάδα, Πορτογαλία, εξαγωγές

.

Αυτό ακριβώς έκανε η Πορτογαλία με αποτέλεσμα, παρά τη μικρή αύξηση των εισαγωγών της μετά το 2007, μέσω της οποίας, μεταξύ άλλων, δεν κατέρρευσε η ζήτηση και το ΑΕΠ, να έχει πλέον σχεδόν καλύψει το εμπορικό της πλεόνασμα – οπότε ευρίσκεται σε καλύτερη θέση.

Εάν λοιπόν η Ελλάδα είχε ανάλογες εξαγωγές με την Πορτογαλία, το μέγεθος της οποίας είναι παρόμοιο, δεν θα είχε βιώσει μία καταστροφική ύφεση – οπότε δεν θα ήταν απαραίτητη η λήψη τόσο αυστηρών μέτρων λιτότητας, με μηδενικά αποτελέσματα.

.

Επίλογος

Όπως συμπεραίνεται από τα παραπάνω, το βασικό πρόβλημα της χώρας μας είναι οι μικρές της εξαγωγές - οι οποίες «απαλύνονται» σε κάποιο βαθμό από τον τουρισμό, αλλά όχι από τη ναυτιλία, η οποία δεν προσφέρει σημαντικά έσοδα στην ελληνική οικονομία.

Με δεδομένη όμως την παραγωγική αδυναμία της Ελλάδας, οι τουριστικές επιχειρήσεις καλύπτουν τις περισσότερες ανάγκες τους με εισαγόμενα προϊόντα – οπότε ακόμη και η θετική συμβολή του τουρισμού «ξεθωριάζει».

Στα πλαίσια αυτά, το χρηματοδοτικό πακέτο που διαπραγματεύεται η κυβέρνηση με τους δανειστές μας, ακόμη και αν είναι ιδανικό, δεν πρόκειται να βοηθήσει σημαντικά την ελληνική οικονομία – η βιώσιμη διάσωση της οποίας απαιτεί την άμεση επιστροφή της σε πορεία ανάπτυξης, μέσω της αύξησης των εξαγωγών, καθώς επίσης της αναβίωσης του παραγωγικού της ιστού.

Επομένως, ακόμη και αν επιτευχθεί η διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του χρέους, καθώς επίσης η σωστή χρηματοδότηση της οικονομίας μας, η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει προβλήματα – οπότε η κυβέρνηση θα πρέπει να διευρύνει το πεδίο των διαπραγματεύσεων, συμπληρώνοντας το με αναπτυξιακά μέτρα που θα αφορούν τις εξαγωγές και τη βιομηχανία της χώρας.

Συγγραφή: Βασίλης Βιλιάρδος

Πηγή: analyst.gr

Σύνδεσμος: http://www.analyst.gr/2015/05/18/i-megali-proklisi/

Leave a Reply


+ 5 = έξι