Μια παρτίδα πόκερ για τον Νετανιάχου

By 17 Μαρτίου 2015 Άρθρα, Διεθνή No Comments
nataniaxou1-thumb-large

Παρά τις ενστάσεις του Αμερικανού προέδρου Μπάρακ Ομπάμα, το Κογκρέσο προσκάλεσε τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ως ομιλητή, στις 3 Μαρτίου. Ο Νετανιάχου προσδοκούσε να αποκομίσει από το γεγονός εσωτερικά πολιτικά οφέλη στις εκλογές της 17ης Μαρτίου. Όμως, παρά το δημοσκοπικό προβάδισμα του κόμματος του Ισραηλινού πρωθυπουργού, η συμμαχία μεταξύ Αριστεράς και Κέντρου διαθέτει δυναμική, σε ένα περιβάλλον γενικευμένης δυσαρέσκειας εκ μέρους των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων της χώρας.

Θα παραστήσει, άραγε, ο Μπενιαμίν Νιετανάχου τον μαθητευόμενο μάγο; Έβαλε ένα ριψοκίνδυνο στοίχημα προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές τη στιγμή που διέθετε μια πλειοψηφία σαφώς ετερόκλητη, αλλά ικανή να τον διατηρήσει στην εξουσία έως το 2017. Ακόμη και αν επικρατήσει στις κάλπες της 17ης Μαρτίου, ο ηγέτης του Λικούντ, απαλλαγμένος από τους κεντρώους υπουργούς, που ωστόσο ήταν αρκετά χρήσιμοι ως διεθνής εγγύηση, θα βρεθεί επικεφαλής ενός στενού συνασπισμού υπερεθνικιστών και υπερορθοδόξων.

Στην καλύτερη περίπτωση, ο Νετανιάχου με αυτό τον τρόπο θα καταστεί όμηρος -με ή χωρίς τη συναίνεσή του- της πιο σκληρής πτέρυγας της Δεξιάς. Θα βρεθεί επικεφαλής μιας κυβέρνησης ανεπιθύμητης στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου, ενώ στο εσωτερικό μέτωπο θα αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες. Σε περίπτωση ήττας, θα παραδώσει τη διαχείριση της χώρας σε έναν συνασπισμό των Εργατικών με την κεντροδεξιά: ένα σενάριο που μέχρι πριν από μερικούς μήνες έμοιαζε απίστευτο, πλέον όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς, ακόμη και αν η Δεξιά παραμένει σε μεγάλο βαθμό η ευνοούμενη του εκλογικού σώματος.

Υπάρχει και μια τρίτη πιθανότητα: μια ισοπαλία που θα οδηγήσει τα δύο στρατόπεδα να εξομαλύνουν τις διαφορές τους ώστε να σχηματίσουν κυβέρνηση εθνικής ενότητας, αφιερωμένη στη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν. Σε αυτή την υποθετική περίπτωση, η προσωπική ήττα του Νετανιάχου δεν θα συνεπαγόταν καμία αλλαγή πλεύσης για την ισραηλινή πολιτική.
Ένα πέπλο μυστηρίου περιβάλλει το διάβημα του απερχόμενου πρωθυπουργού. «Ο Νετανιάχου πιθανότατα θέλησε να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων, διαισθανόμενος ότι ο συνασπισμός του, υπονομευμένος από τις εσωτερικές διαμάχες, βρισκόταν σε αποσύνθεση», εκτιμά ο Γιαρόν Εζραχί, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. «Αναζητά επίσης μια ενισχυμένη εντολή διακυβέρνησης ώστε να αντιστρέψει την πτώση της δημοτικότητάς του μέσα στη χώρα και την ολοένα και μεγαλύτερη εχθρότητα εκ μέρους της Δύσης». Θα ήταν πρόωρο να συμπεράνουμε ότι η βασιλεία του φτάνει στο τέλος της, αν λάβουμε υπόψη τα φύλλα που πάντα φροντίζει να κρατάει στα χέρια του ο Νετανιάχου. Στα 65 χρόνια του, αυτός ο έμπειρος πολιτικός και εξαίρετος ομιλητής έχει επιδείξει πάνω από μία φορά την ικανότητά του να επανακάμπτει, σε βαθμό που έχει επονομαστεί «ο μάγος».

Στο εσωτερικό της χώρας, μπορεί να υπολογίζει στη δημοτικότητα της Δεξιάς, ειδικά στους κόλπους μιας νεολαίας που είναι πολύ καλά εξοικειωμένη με την κατοχή και τον εποικισμό της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και της Δυτικής Όχθης μετά το 1967. Παίζει με το όπλο του φόβου, τροφοδοτημένου από τις φονικές επιθέσεις, την αύξηση των κινδύνων στα σύνορα και την αποτυχία της διαδικασίας του Όσλο, την οποία δρομολόγησαν οι Εργατικοί το 1993… και ο ίδιος έκανε τα πάντα για να ανατρέψει.

Στο εξωτερικό, ο Νετανιάχου μπορεί να επωφεληθεί από τη στήριξη των Αμερικανών Ρεπουμπλικανών. Διαθέτει τη χωρίς όρια υποστήριξη ενός από τους κυριότερους δωρητές του κόμματος, του πολυδισεκατομμυριούχου Σέλντον Άντελσον από τη Βοστώνη. Προκειμένου να ενισχύσει τον ευνοούμενό του, ο μεγιστάνας των καζίνο χρηματοδοτεί αφειδώς τη δωρεάν εφημερίδα «Ισραέλ Χαγιόμ», με το υψηλότερο τιράζ στον ισραηλινό Τύπο και επίφοβη ανταγωνίστρια των υπόλοιπων εφημερίδων.

Η συμμαχία που ο Νετανιάχου έχει συμπήξει με τη σκληρή αμερικανική Δεξιά έχει το τίμημά της. Αυτό μαρτυρά η πολεμική που ξέσπασε εξαιτίας της πρόσκλησης -η οποία έγινε μεμιάς αποδεκτή, σε βαθμό που δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε εάν προέκυψε μετά από πρωτοβουλία του Τελ-Αβίβ- που του απηύθυνε ο πρόεδρος της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων Τζον Μπέινερ, προκειμένου να εκφωνήσει λόγο στα δύο σώματα του Κογκρέσου. Ο Νετανιάχου συνηγόρησε υπέρ της ενίσχυσης των κυρώσεων εναντίον του Ιράν και κατήγγειλε τη διαφαινόμενη συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, το οποίο παρουσιάζει ως απειλή για την ύπαρξη του Ισραήλ.

Αναμειγνυόμενος όμως με έναν τόσο κατάφωρο τρόπο στην αμερικανική εσωτερική πολιτική, αποξενώνεται από πολλούς Δημοκρατικούς βουλευτές, έχοντας ήδη έρθει σε αντίθεση με τον πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα: ένα παράτολμο στοίχημα, τη στιγμή που το Τελ-Αβίβ χρειάζεται περισσότερο από ποτέ τη στήριξη της Ουάσιγκτον απέναντι στους διεθνείς οργανισμούς.
Η ισραηλινή αντιπολίτευση δεν δυσκολεύτηκε να κατηγορήσει τον επικεφαλής της Δεξιάς πως χρησιμοποιεί το βήμα του αμερικανικού Κογκρέσου για να κάνει προεκλογική προπαγάνδα δύο εβδομάδες πριν από τις κάλπες, θυσιάζοντας τα μείζονα συμφέροντα της χώρας. Η κριτική αυτή αναπαράγεται από μέσα ενημέρωσης που δεν ανήκουν απαραιτήτως στην Αριστερά, όπως η εφημερίδα «Γεντιότ Αχαρονότ»: «Μέχρι πρότινος, θα πιστεύαμε ότι ο Νετανιάχου είχε εμμονή με το Ιράν, μέχρι του σημείου του παραλογισμού. Δεν ισχύει πλέον κάτι τέτοιο. Εφεξής, η μόνη του εμμονή είναι να επικρατήσει στις κάλπες της 17ης Μαρτίου, με οποιοδήποτε τίμημα».1

Αυτό το τίμημα θα μπορούσε να είναι μέχρι και μια στρατιωτική κλιμάκωση; Η συγκεκριμένη υπόθεση ανέκυψε μετά την αεροπορική επιδρομή της 18ης Ιανουαρίου 2015 εναντίον εφοδιοπομπής της Χεζμπολά στη Συρία, την οποία, δέκα ημέρες αργότερα, ακολούθησε η αναμενόμενη ανταπάντηση της Χεζμπολά. Ο έφεδρος στρατηγός Γιοάβ Γκαλάντ, πρώην διοικητής της νότιας περιφέρειας του Ισραήλ και υποψήφιος βουλευτής με το νέο κεντροδεξιό κόμμα Κουλάνου, προκάλεσε σκάνδαλο όταν δήλωσε ότι «η χρονική στιγμή [που επιλέγεται για ένα χτύπημα] μερικές φορές δεν είναι άσχετη με το ζήτημα των εκλογών». Χρησιμοποίησε το παράδειγμα της στοχευμένης εξουδετέρωσης του στρατιωτικού ηγέτη της Χαμάς Αχμέτ Τζαμπάρι, στη Γάζα, λίγο περισσότερο από δύο μήνες πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου 2013.2

Σε βραχυπρόθεσμη βάση, η όξυνση των εντάσεων πάντοτε ωφελούσε τη Δεξιά. Σε μακροπρόθεσμη βάση, ο κίνδυνος είναι το Ισραήλ να παρασυρθεί σε έναν νέο κύκλο βιαιοτήτων, πολύ πιο αιματηρό από εκείνον του πολέμου της Γάζας το προηγούμενο καλοκαίρι. Ποιος όμως σκέφτεται σε μακροπρόθεσμη βάση; Προς το παρόν, η βασική έγνοια του Νετανιάχου είναι να διασφαλίσει ελευθερία κινήσεων, ειδικά μετά τις μέτριες επιδόσεις του στις τελευταίες εκλογές, του 2013.

Θα τα καταφέρει; Στις αρχές Δεκεμβρίου, όταν οδήγησε στην κατάρρευση τον κυβερνητικό συνασπισμό του, οι δημοσκοπήσεις τού χαμογελούσαν. Σήμερα, δεν μοιάζει και τόσο βέβαιο. Στο μεταξύ, η συμμαχία ανάμεσα στο Εργατικό Κόμμα (κεντροαριστερό) και το κόμμα Χάτνουα (κεντροδεξιό), που συνασπίστηκαν στο ψηφοδέλτιο της Σιωνιστικής Παράταξης, θα μπορούσε να αλλάξει τη μοιρασιά, αν πιστέψουμε τις έρευνες κοινής γνώμης.

«Αυτή η προεκλογική εκστρατεία είναι μία από τις πιο περίεργες στην ιστορία του Ισραήλ: τα διακυβεύματα είναι ζωτικής σημασίας, μετά από πέντε χρόνια πλήρους εμπλοκής της διαδικασίας ειρήνευσης. Ωστόσο, οι κυριότερες σημερινές παρατάξεις δεν προσεγγίζουν με ειλικρίνεια κανένα από τα ζητήματα-κλειδιά», παρατηρεί ο Ντανιέλ Μπεν-Σιμόν, πρώην βουλευτής των Εργατικών. «Δεν γίνεται συζήτηση ούτε για την ειρήνευση με τους Παλαιστίνιους, ούτε για το μέλλον των κατεχόμενων εδαφών, ούτε για την Ιερουσαλήμ, ούτε για την εσωτερική διαμάχη μεταξύ θρησκευομένων και οπαδών του κοσμικού κράτους, ούτε για τις υπόλοιπες ρήξεις που έχουν αναπτυχθεί στους κόλπους της ισραηλινής κοινωνίας», προσθέτει ο αναλυτής, που συνδέει την έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου με τον απροσδόκητο τρόπο με τον οποίο αποφασίστηκε η διεξαγωγή αυτών των εκλογών.

Με την έναρξη της προεκλογικής καμπάνιας, ο τόνος του ηγέτη του Λικούντ σκλήρυνε ακόμη περισσότερο. Αποφεύγει πλέον κάθε αναφορά στο γεγονός ότι το 2009 είχε συμφωνήσει -απρόθυμα- με τη δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένου παλαιστινιακού κράτους στη Δυτική Όχθη.3 Πριν από οτιδήποτε άλλο, καλεί τους Παλαιστίνιους να αναγνωρίσουν το Ισραήλ ως «κράτος του εβραϊκού λαού». Παρουσιάζει τη Σιωνιστική Παράταξη ως «αντισιωνιστική παράταξη»,4 κάτι που στο Ισραήλ ισοδυναμεί με τον στιγματισμό του πολιτικού αντιπάλου ως εσωτερικού εχθρού. Ο Νετανιάχου καυτηριάζει τα μέσα ενημέρωσης και τις κατεστημένες ελίτ, λες και η Δεξιά, που βρίσκεται στην εξουσία για περισσότερα από είκοσι χρόνια, δεν αποτελούσε μέρος τους.
Το κόμμα της Εβραϊκής Εστίας, ταυτόχρονα σύμμαχος και αντίπαλος του Λικούντ, σφυροκοπά την ίδια θεματολογία με ακόμη μεγαλύτερη επιθετικότητα και ένα σύνθημα που τα λέει όλα: «Δεν απολογούμαστε πλέον». Δεν απολογούμαστε για τις δύο χιλιάδες εκατόν σαράντα νεκρούς στη Γάζα -στην πλειοψηφία τους άμαχοι- κατά τη διάρκεια της επιχείρησης «Προστατευτικό Όριο» (Ιούλιος-Αύγουστος 2014). Όπως εξηγεί μια κεντρική φιγούρα του κόμματος, η βουλευτής Αγιελέτ Σακέντ, που υιοθετεί την επιχειρηματολογία του δημοσιογράφου Ούρι Ελιτζούρ, το Ισραήλ δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να αμυνθεί: «Οι νόμοι του πολέμου καθιστούν αδύνατη τη διάσωση αμάχων».5

Δεν απολογούμαστε για τη συνέχιση της κατοχής στη Δυτική Όχθη και την εντατικοποίηση του εποικισμού, για την άρνηση των πολιτικών δικαιωμάτων σε δύο εκατομμύρια επτακόσιες χιλιάδες Παλαιστίνιους και για το καθεστώς απαρτχάιντ που σιγά-σιγά εμποτίζει ολόκληρη την ισραηλινή κοινωνία. Ακόμη περισσότερο, δεν πρέπει να απολογούμαστε απέναντι στη «διεθνή κοινότητα», της οποίας οι καταγγελίες της ισραηλινής πολιτικής εξομοιώνονται με εκδηλώσεις ενός ελάχιστα συγκαλυμμένου αντισημιτισμού. Δεν απολογούμαστε, αφού «η γη του Ισραήλ ανήκει στον λαό του Ισραήλ» κατόπιν θείας εντολής.
Ένα άλλο ακροδεξιό κόμμα, το Ισραέλ Μπεϊτενού, σε δημοσκοπική πτώση μετά από καταιγισμό υποθέσεων διαφθοράς, στοχοποιεί για ακόμη μία φορά την αραβική μειονότητα (περίπου 17% του πληθυσμού),6 την οποία καλεί να δώσει δείγματα αφοσίωσης στο ισραηλινό κράτος. Ο ηγέτης του, Αβίγντορ Λίμπερμαν, ταλαντεύεται ωστόσο μεταξύ των εξτρεμιστικών θέσεων πάνω στις οποίες οικοδόμησε την πολιτική καριέρα του και ενός καινοφανούς (πολύ σχετικού) πραγματισμού. Πλέον, προειδοποιεί για «διπλωματικό τσουνάμι» και ανησυχεί για την υποβάθμιση των σχέσεων με την αμερικανική κυβέρνηση.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Δεξιά ριζοσπαστικοποιείται, παρ” όλα αυτά όμως δεν ενισχύεται. Διότι η εξέλιξη αυτή ανησυχεί ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, και από τα δεξιά, όπως μαρτυρούν οι τοποθετήσεις του καινούργιου προέδρου του Ισραήλ, Ρούβιν Ρίβλιν, πρώην βουλευτή του Λικούντ, υπέρ της αραβικής μειονότητας», εκτιμά ο καθηγητής Εζραχί. Κατά την άποψή του, το ζήτημα δεν είναι μόνο η προστασία ενός πληθυσμού του οποίου η ριζοσπαστική Δεξιά «αμφισβητεί τα πολιτικά δικαιώματα, σύμφωνα με το εθνοκεντρικό όραμά της», αλλά και η υπεράσπιση «των δημοκρατικών θεμελίων του κράτους, όπως αυτά καταγράφηκαν στον καταστατικό χάρτη της ανεξαρτησίας του 1948».
Σε αυτή τη μάχη, η συμμαχία μεταξύ της Αριστεράς και του Κέντρου, της οποίας ηγείται ο καινούργιος επικεφαλής των Εργατικών Γιτζάκ Χέρτσογκ, έχει στα χέρια της μερικά σοβαρά ατού: τη δυσφορία των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων απέναντι στο υψηλό κόστος διαβίωσης, στην ιλιγγιώδη άνοδο των τιμών των κατοικιών, στο κοινωνικό χάσμα που συνεχίζει να βαθαίνει παρά το χαμηλό ποσοστό ανεργίας (5,7%),7 στην υποχώρηση της ανάπτυξης και το υπέρογκο κόστος του εποικισμού. Ο ηγέτης των Εργατικών μπορεί επίσης να βασιστεί στους φόβους, οι οποίοι εκφράζονται ανοιχτά μέσα στους οικονομικούς κύκλους, που προκαλεί η πρόοδος της καμπάνιας του κινήματος BDS (Boycott, Divestment and Sanctions: Μποϋκοτάζ, Απόσυρση Επενδύσεων και Κυρώσεις).8
Μια μαζική ψήφος του αραβικού πληθυσμού υπέρ του νέου ενωτικού ψηφοδελτίου, που συμπαρατάσσει τα τρία κόμματα που εκπροσωπούν την αραβική μειονότητα (έντεκα βουλευτές επί συνόλου εκατόν είκοσι στο απερχόμενο κοινοβούλιο και δυνητικά περισσότεροι σε περίπτωση μείωσης της αποχής), θα μπορούσε να παρεμποδίσει την άνοδο μιας κυβέρνησης της Δεξιάς και της Άκρας Δεξιάς. Διότι θα στηρίξουν έναν συνασπισμό Εργατικών-Κεντρώων ακόμη κι αν δεν συμμετέχουν σε αυτόν.

Θα αποτελέσει κάτι τέτοιο την αρχή του τέλους για την ηγεμονία της Δεξιάς; Ο Ζέεβ Στέρνχελ αμφιβάλλει: «Ασφαλώς, φοβάμαι τη νέα γενιά του Λικούντ και των άλλων εξτρεμιστών της Δεξιάς. Αυτοί οι άνθρωποι είναι απολύτως ικανοί να εξαλείψουν τη δημοκρατία», εκτιμά ο ιστορικός της ριζοσπαστικής Δεξιάς. «Όμως, αν και εύχομαι τη νίκη της Αριστεράς και του Κέντρου, είμαι ρεαλιστής. Θα έπρεπε πολύ περισσότερο αυτή η Αριστερά να είναι Αριστερά και αυτό το Κέντρο να μην είναι Δεξιά. Διότι, όταν διαπιστώνω σε ποιον βαθμό ο συνασπισμός κινείται μεταμφιεσμένος, υποψιάζομαι ότι είναι έτοιμος να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τη Δεξιά, αν του γίνει μια αρκετά δελεαστική πρόταση». Πράγματι, μόνο το μικρό κόμμα Μερέτζ (αριστερό, έξι βουλευτές), που όμως δεν έχει εκλογική δυναμική, αποκλείει τέτοιο συμβιβασμό.

Η Σιωνιστική Παράταξη επιδεικνύει ασάφεια στις κινήσεις της. Εστιάζει την καμπάνια της στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, ενώ ταυτόχρονα καταγγέλλει τις αντιδημοκρατικές παρεκκλίσεις. Κατηγορεί βεβαίως τον Νετανιάχου ότι δημιουργεί εχθρότητα στη «διεθνή κοινότητα» μέσα από τις προκλητικές ενέργειές του. Όμως ο στρατός παραμένει ιερός και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς καμία αμφισβήτηση. Επιπλέον, η Σιωνιστική Παράταξη ενώνει τη φωνή της με του Νετανιάχου για να καταγγείλει την παλαιστινιακή διπλωματική επίθεση ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών εν όψει της αναγνώρισης του κράτους της Παλαιστίνης, καθώς και τα διαβήματα για την προσφυγή κατά του Ισραήλ στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου.

Αν και υπόσχεται την επανάληψη των διαπραγματεύσεων με την Παλαιστινιακή Αρχή, ο Χέρτσογκ δεν λέει πώς θα τις διαχειριστεί προκειμένου να αποφύγει ένα καινούργιο αδιέξοδο. Πολύ διακριτικός στο θέμα του εποικισμού, αφήνει να εννοηθεί ότι θα τον επιβραδύνει. Άραγε πρόκειται απλώς για προεκλογική μανούβρα;

1 Άρθρο του δημοφιλούς δημοσιογράφου της εφημερίδας «Ναούμ Μπαρνέα», στις 22 Ιανουαρίου 2015.

2 «Livni et Herzog défendent le timing de la frappe en Syrie», «The Times of Israel», 19 Ιανουαρίου 2015, http://fr.timesofisrael.com

3 Κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας στο Πανεπιστήμιο Μπαρ-Ιλάν, το 2009.

4 Ιδίως στη σελίδα του στο Facebook, στην οποία αναφέρθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2015 το δημόσιο ραδιόφωνο.

5 «Exposing militant leftist propaganda», «The Jerusalem Post», 16 Ιουλίου 2014.

6 Στο ποσοστό αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται οι περίπου τριακόσιες χιλιάδες κάτοικοι της Ανατολικής Ιερουσαλήμ που δεν είναι Ισραηλινοί πολίτες ή δεν έχουν εκλογικά δικαιώματα.

7 Όσον αφορά την ανισοκατανομή εισοδήματος, για το 2013 το Ισραήλ κατείχε την πέμπτη θέση (μετά τη Χιλή, το Μεξικό, την Τουρκία και τις Ηνωμένες Πολιτείες) στη σχετική κατάταξη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

8 Παγκόσμιο κίνημα με σκοπό την άσκηση οικονομικής και πολιτικής πίεσης στο Ισραήλ για συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο όσον αφορά τα δικαιώματα των Παλαιστινίων. Βλ. σχετικά Julien Salingue, «Alarmes israéliennes», «Le Monde Diplomatique», Ιούνιος 2014.

——————————————————————————————————————————————–

Συγγραφή: Marius Schattner, δημοσιογράφος με έδρα την Ιερουσαλήμ, συγγραφέας του βιβλίου «Histoire de la droite israélienne», Complexe, Βρυξέλλες, 1991.

Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης

Πηγή: Αυγή

Σύνδεσμος: http://www.avgi.gr/article/5380319/mia-partida-poker-gia-ton-netaniaxou

Leave a Reply


2 − = μηδέν