Plus…a change, plus c’est la meme: Τερατώδεις φούσκες: η κρίση του καπιταλισμού ξανά στην επιφάνεια

Ακανόνιστο_σκίτσο_μαυρόασπρο_090415

Αν υπάρχει ένα δίδαγμα από την ιστορία των οικονομικών κρίσεων, πανικών και καταρρεύσεων, είναι ότι οι τραπεζίτες ποτέ δεν επιλύουν τις κρίσεις που οι ίδιοι δημιουργούν: απλώς πετούν την καυτή πατάτα σε άλλους και συστηματικά μετατοπίζουν το βάρος της προσαρμογής στις πλάτες των ασθενέστερων μελών της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, ο τρόπος με τον οποίο μια συγκεκριμένη κρίση «επιλύεται» αναπόφευκτα καταλήγει στο να φυτεύει τους σπόρους για την επόμενη. Ούτε αυτή τη φορά συνέβη κάτι διαφορετικό.

Τους τελευταίους μήνες, εν τω μέσω αυξανόμενου ενθουσιασμού για μια αρχόμενη ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, ορισμένοι επενδυτές και ρυθμιστικές αρχές έχουν αρχίσει να εκφράζουν τις ανησυχίες τους για την εξάπλωση μιας νέας σειράς από μεγάλες φούσκες σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Είτε πρόκειται για την εκτόξευση των τιμών των ακινήτων στο Λονδίνο και τα ρεκόρ ανόδου στην αγορά της Wall Street, είτε τον ανεξέλεγκτο δανεισμό υπερχρεωμένων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και αμφίβολης ευρωστίας νεοσύστατων επιχειρήσεων ενέργειας και τεχνολογίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα πράγμα είναι σαφές: βρισκόμαστε στη μέση ενός ακόμη σημαντικού κερδοσκοπικού παροξυσμού.

Αυτό μπορεί να παραξενέψει ορισμένους. Δεν υποτίθεται ότι βρισκόμαστε στο τελικό στάδιο της τελευταίας κρίσης; Γιατί να θέλει να ρισκάρει κανείς με τα κεφάλαιά του, αν οι επικερδείς επενδυτικές ευκαιρίες εξακολουθούν να είναι τόσο λίγες; Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων έχουν πλέον πλήρως αποσυνδεθεί από τα βασικά οικονομικά μεγέθη. Τα τελευταία χρόνια, η κρίση του καπιταλισμού-καζίνο έχει επιβραδυνθεί επιτυχώς μέσω της εξάπλωσης μιας νέας σειράς από τερατώδεις φούσκες σε ακίνητα, μετοχές και ομόλογα, με την καθοδήγηση Κεντρικών Τραπεζών. Ενώ όλοι οι υπόλοιποι παραμένουμε θεατές, οι κερδοσκόποι έχουν την τιμητική τους.

Με άλλα λόγια: οι βασικές αιτίες της οικονομικής κρίσης του 2008 δεν έχουν πραγματικά αντιμετωπιστεί — οι πολιτικοί απλώς ανακούφισαν μερικά από τα συμπτώματα της (και ούτε καν όλα!). Οι κυβερνήσεις διέσωσαν αφερέγγυες τράπεζες με χρήματα των φορολογουμένων, χρεωμένες και οι ίδιες, σε μεγάλο βαθμό, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, ενώ οι Κεντρικές Τράπεζες έκοψαν χρήμα τροφοδοτώντας με τρισεκατομμύρια δολάρια το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το αποτέλεσμα, με απλά λόγια, ήταν η υπερσυσσώρευση μιας τεράστιας ποσότητας χρήματος στον χρηματοπιστωτικό τομέα και οξεία έλλειψή του από οπουδήποτε αλλού.

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν, με ένα κλασικό παράδειγμα αυτού που ο Ντέιβιντ Χάρβεϋ αναφέρει ως πρόβλημα της απορρόφησης του πλεονάζοντος κεφαλαίου: μεγάλες ποσότητες αδρανούς χρηματικού κεφαλαίου βρίσκεται δίπλα-δίπλα με πλεονάζον εργατικό δυναμικό — και με κανέναν τρόπο το σύστημα δεν μπορεί να τα συνδυάσει για πετύχει παραγωγικά αποτελέσματα. Όπως είπε και ένας τραπεζίτης στους Financial Times, «η κινητήρια δύναμη όλης αυτής της δραστηριότητας είναι η διαθεσιμότητα κεφαλαίων και όχι τα βασικά οικονομικά μεγέθη. Απλώς όλα οφείλονται σε ανθρώπους που χρειάζονται να επενδύσουν κεφαλαία» (Kate Allen, «Fears of bubble rise as property investment volumes hit record», FT, 4.1.2015).

Οι επενδυτές έχουν ασχοληθεί με αυτό το πρόβλημα με τον ίδιο τρόπο που κάνουν πάντα: με μια φρενήρη αναζήτηση των υψηλότερων δυνατών αποδόσεων. Όσο η ζήτηση παραμένει σε χαμηλά επίπεδα και η ανάπτυξη στάσιμη, οι αποδόσεις στις λεγόμενες «παραγωγικές» επενδύσεις δεν θα είναι πολύ ελκυστικές για τον μέσο τζογαδόρο. Και έτσι οι επενδυτές έχουν στραφεί σε κερδοσκοπικά στοιχήματα υψηλού κινδύνου/υψηλής απόδοσης, ίδια με εκείνα που προκάλεσαν την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2008.

Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα. Μόλις τρία χρόνια μετά τη στιγμή που η Ελλάδα σύναψε τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση χρέους στην ιστορία του καπιταλισμού, οι παγκόσμιες αγορές ομολόγων έχουν ξαναπάρει φωτιά. Σε μια έρευνα στο Ηνωμένο Βασίλειο, σχεδόν τέσσερις στους πέντε διαχειριστές κεφαλαίων μεγάλων επενδυτικών εταιριών, εξέφρασαν την ανησυχία ότι τα ομόλογα είναι σήμερα «πιο υπερτιμημένα από ποτέ και ότι τα κρατικά ομόλογα είναι η πιο υπερτιμημένη κατηγορία όλων». Ο Τζων Πλέντερ των Financial Times κατηγορεί την ΕΚΤ ότι υποκινεί απευθείας να δημιουργηθούν αυτές οι φούσκες ομολόγων, μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης:

«Οι αγορές κρατικών ομολόγων υποτίθεται ότι είναι ήσυχες, χωρίς τις συγκινήσεις που χαρακτηρίζουν τις μετοχές. Όχι πια. Δεδομένου ότι οι κεντρικές τράπεζες άρχισαν τη διεύρυνση των ισολογισμών τους, τα κρατικά ομόλογα έχουν γίνει ανάρπαστα στο σημείο που οι επενδυτές έχουν αγοράσει περισσότερα από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια ομολόγων με αρνητικές αποδόσεις, κυρίως στην Ευρώπη. Ακόμη και στην Μεγάλη Ύφεση του 1930, το επιτόκιο δεν έπεσε ποτέ κάτω από το μηδέν. Κρύβει αυτό το σπάνιο φαινόμενο μια φούσκα στην αγορά ομολόγων;» (John Plender, «Draghi QE is stoking bond bubble risk», 17.3.2015).

Δεν είναι μόνο το δημόσιο χρέος που βρίσκεται σε πλήρη άνθηση. Μόνο τον περασμένο χρόνο, οι εταιρείες των ΗΠΑ εξέδωσαν εταιρικά ομόλογα ύψους 1,43 δισ. δολαρίων, 27% περισσότερο από ό, τι το 2007, χρονιά κορύφωσης της πιο πρόσφατης φούσκας. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η υποτιθέμενη ανάκαμψη των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια έχει βασιστεί εξ ολοκλήρου στη ενεργειακή φούσκα –η οποία έχει ήδη σκάσει λόγω της κατάρρευσης των τιμών του πετρελαίου– και στην ακόμη μεγαλύτερη τεχνολογική φούσκα. Ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής Μαρκ Κιούμπαν προειδοποίησε ότι η τελευταία είναι «χειρότερη από την τεχνολογική φούσκα του 2000» και λίγο ακόμα χρειάζεται για να σκάσει.

Όταν αυτή η υπερτιμημένη αμερικανική αγορά εταιρικών ομολόγων καταρρεύσει, θα συμπαρασύρει αναπόφευκτα και το χρηματιστήριο. Οι αποτιμήσεις των μετοχών αυξάνονται σταθερά από τότε που έφθασε στο χαμηλότερο σημείο της τον Μάρτιο του 2009. Ο S&P 500 έχει εκτοξευθεί ένα εκπληκτικό 200% από τότε, ενώ ο Nasdaq έσπασε πρόσφατα τις 5.000 μονάδες για πρώτη φορά από την κατάρρευση της φούσκας του Dotcom. Το γεγονός ότι αυτή η ανοδική εξάχρονη πορεία συνέπεσε με τη βαθύτερη οικονομική ύφεση μετά τη Μεγάλη Ύφεση, θα αρκούσε, κανονικά, για να τροφοδοτήσει τη σκέψη.

Τέλος, με τις μνήμες της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων ακινήτων ακόμη νωπές, επενδυτές έχουν ήδη εκφράσει τους φόβους τους για τη δημιουργία μιας νέας φούσκας ακινήτων. Η Wall Street Journal επισημαίνει ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο οι τιμές των ακινήτων βρίσκονται τώρα κατά 1/3 πάνω από τις προ κρίσης υψηλότερες τιμές τους, ενώ οι ιδιοκτησίες στην Αυστραλία, τον Καναδά, τη Σουηδία και τη Νορβηγία είναι επίσης μαζικά υπερτιμημένες. Πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Σαν Φρανσίσκο, το Μαϊάμι, το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Παρίσι και το Άμστερνταμ βρίσκονται αντιμέτωπες με τις αυξανόμενες τιμές των ακινήτων χωρίς πραγματική βελτίωση βασικών οικονομικών μεγεθών. Ακόμη και στην Ισπανία και την Ιρλανδία οι τιμές των ακινήτων φαίνεται να αυξάνονται και πάλι.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: «plus ça change, plus c’est la meme».1 Όλο αυτό το διάστημα, οι φορείς χάραξης πολιτικής έχουν μπαλώσει την κατάσταση με ημίμετρα, αλλά κανένα από τα δομικά προβλήματα δεν έχει αντιμετωπιστεί. Αντ” αυτού, οι κυβερνήσεις διέσωσαν τους τζογαδόρους, καθώς οι Κεντρικές Τράπεζες ενθάρρυναν την δημιουργία μιας σειράς από νέες φούσκες για να αμβλύνουν την πτώση τους καλύπτοντας τα συντρίμμια και καθυστερώντας την τελική στιγμή της αναμέτρησης. Αλλά στον πραγματικό κόσμο, το να δημιουργείς φούσκες δεν μπορεί να σε πάει μακριά. Σχεδόν επτά χρόνια μετά από την τελευταία οικονομική κατάρρευση, οι επενδυτές και οι φορείς χάραξης πολιτικής έχουν βάλει για τα καλά πλώρη για την επόμενη.

—————————————————————–

Συγγραφή: Ζερόμ Ρόος

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Πηγή: Αυγή

Σύνδεσμος: http://www.avgi.gr/article/5444581/plus-a-change-plus-c%E2%80%99est-la-meme

 

Leave a Reply


5 − = ένα