ΔΝΤ

ΔΝΤ

To ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και οι οικονομικές γενοκτονίες

By | Άρθρα, Διεθνή, Οικονομία | No Comments

Ο ύπουλος μηχανισμός μεταφοράς πλούτου που αφήνει πίσω του συντρίμμια και τραγικές απώλειες.

Όταν ιδρύθηκαν οι διεθνείς οικονομικοί θεσμοί τον Ιούλιο του 1944, το ΔΝΤ θα προωθούσε τη νομισματική συνεργασία των λαών και θα θεράπευε τα χρηματοπιστωτικά προβλήματα της μεταπολεμικής εποχής, ως νέος κηδεμόνας των δημοσιοοικονομικών του πλανήτη.

Την ίδια στιγμή, η Παγκόσμια Τράπεζα θα ήταν υπεύθυνη για την ανάπτυξη και την ανοικοδόμηση των χωρών που είχαν πληγεί από τον πόλεμο, μετριάζοντας έτσι τις συνέπειες της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ως το μεγαλύτερο απόθεμα αναπτυξιακής βοήθειας που είχε δει ποτέ ο κόσμος.

Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Παγκόσμια Τράπεζα ανέλαβαν έτσι το έργο να αλλάξουν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και να εξισορροπήσουν τα ελλείμματα των χωρών, μέσω πολιτικών που θα επηρέαζαν τα εθνικά νομισματικά συστήματα. Κι έτσι η αποκλειστική ευθύνη για την επίλυση των μεγάλων προκλήσεων που αντιμετώπιζαν οι φτωχότερες χώρες ήταν πια υπόθεση των διεθνών θεσμών, οι οποίοι ανέλαβαν πρόθυμα τον ρόλο του διαμεσολαβητή των ευαίσθητων οικονομιών και του αρχιτέκτονα της νέας παγκόσμιας τάξης. Μιας τάξης που βασιζόταν πια στην οικονομική και κοινωνική επανόρθωση.

Κι έτσι, μέχρι και τη δεκαετία του 1970 τα χαμηλότοκα δάνεια χορηγούνταν σχεδόν χωρίς δεσμεύσεις, αν και η κατάσταση έμελλε να αλλάξει δραματικά στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Κι αυτό γιατί οι ΗΠΑ αποφάσισαν ξαφνικά να αυξήσουν δραστικά τα επιτόκια στην προσπάθειά τους να ανακόψουν τον πληθωρισμό.

ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα ακολούθησαν πιστά τον δρόμο που χάραξε ο μεγαλύτερος «μέτοχός» τους, η Αμερική, και η δεκαετία του 1980 θα βρει το Ταμείο σε νέες αρμοδιότητες: πλέον ο θεσμός παρείχε βοήθεια σε αναπτυσσόμενες χώρες βασιζόμενος αποκλειστικά σε οικονομικούς δείκτες, αδιαφορώντας ολωσδιόλου για τις κοινωνικές επιπτώσεις των παρεμβάσεών του. Για να λάβουν τη χείρα βοήθειας, οι κυβερνήσεις των χωρών έπρεπε τώρα να προσαρμόζουν τις πολιτικές τους στις νόρμες του ΔΝΤ επιφέροντας τις ραγδαίες κοινωνικο-οικονομικές μεταρρυθμίσεις που αποφάσιζαν τα μεγάλα κεφάλια του οργανισμού ερήμην των χωρών που δέχονταν τα πακέτα στήριξης.

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Το 1980, το συνολικό χρέος των αναπτυσσόμενων χωρών αντιπροσώπευε ένα ποσό της τάξης των 567 δισ. δολαρίων. Μεταξύ 1980-1992, οι εν λόγω χώρες πλήρωσαν πίσω 1,666 τρισ. δολάρια(!), αν και αυτό δεν ήταν όλο: εξαιτίας των υψηλότερων επιτοκίων, το συνολικό χρέος είχε εκτοξευτεί τώρα (1992) στα 1,419 τρισ. δολάρια, παρά τις αποπληρωμές! Ήταν ξεκάθαρο ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τις παρεμβατικές πολιτικές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, καθώς τώρα τα υπέρογκα επιτόκια υποχρέωναν τις δανειζόμενες χώρες να προβαίνουν σε εκ νέου δανεισμό για να αποφεύγουν τη χρεοκοπία. Ήταν ένας φαύλος κύκλος που αύξανε το χρέος αλλά και την εξάρτηση των ευαίσθητων οικονομιών από τους μηχανισμούς στήριξης.

Πλέον, ως άμεση απόρροια των μέτρων του ΔΝΤ, το χρέος του Τρίτου Κόσμου αποστραγγίζει τα ταμεία των αναπτυσσόμενων χωρών από 160 δισ. δολάρια τον χρόνο, δυόμιση φορές δηλαδή το ποσό της συνολικής αναπτυξιακής βοήθειας που τα κράτη αυτά λαμβάνουν! Το πράγμα έγινε πασιφανές: από τη δεκαετία του 1980, οι δόσεις για την αποπληρωμή των δανείων ήταν τώρα ο νέος αποτελεσματικός μηχανισμός για την ανακατανομή του πλούτου, τη μεταφορά δηλαδή του χρήματος από τον υποανάπτυκτο Νότο στον στιβαρό δυτικό Βορρά.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα τους σκιώδεις μηχανισμούς της παρεμβατικής πολιτικής ΔΝΤ και Παγκόσμιας Τράπεζας, τα γρανάζια ενός συστήματος δηλαδή που στραγγαλίζει τις ευάλωτες οικονομίες ωθώντας πολλούς αναλυτές να κάνουν λόγο για χρηματοπιστωτικές γενοκτονίες…

Οι αρνητικές επιπτώσεις της μεσολάβησης ΔΝΤ και Παγκόσμιας Τράπεζας

Κατά πρώτο, είναι ξεκάθαρο ότι η παγκόσμια κρίση που αντιμετωπίζει για άλλη μια φορά ο αναπτυγμένος κόσμος (και δεν μπόρεσε να προβλέψει ή να αποτρέψει ο μηχανισμός του ΔΝΤ) είναι σαφώς πιο περίπλοκη και ακανθώδης από τα παγκόσμια προβλήματα που είχαν οι χαροκαμένες πολιτείες στην πρώτη μεταπολεμική εποχή. Η απόπειρα του Ταμείου και της Τράπεζας να επιλύσουν τα σύγχρονα αυτά χρηματοπιστωτικά γεγονότα ήταν να «παγώσουν» τις οικονομίες, σταθεροποιώντας δηλαδή τους δείκτες της παγκόσμιας οικονομίας μέσω της τοκο-εισπρακτικής διαδικασίας.

Με λίγα λόγια, αντί να συνδράμει στην ανοικοδόμηση των ευαίσθητων οικονομιών, το ΔΝΤ αυξάνει τα επίπεδα του χρέους των χωρών που πλήττονται από τους κερδοσκοπικούς μηχανισμούς, με τα υπέρογκα πια πιστωτικά ποσά να στραγγαλίζουν την παραγωγική διαδικασία στο εσωτερικό των κρατών, κάνοντας τον επιχειρηματικό κόσμο να πτωχεύει και το εργασιακό δυναμικό να μένει άνεργο. Είναι το δυσβάσταχτο επίπεδο των δόσεων για την αποπληρωμή του χρέους των οφειλετών που ξεπαστρεύει προοδευτικά κάθε υγιή παραγωγική δραστηριότητα.

Φαίνεται λοιπόν πως οι διεθνείς οικονομικοί θεσμοί ρίχνουν περισσότερο λάδι στη φωτιά που σιγοκαίει, καθώς όπου μα όπου έχουν παρέμβει οι πολιτικές τους ακολουθούν τα ίδια πατήματα, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν σταθεροποιήσει πουθενά την κατάσταση, εκτός κι αν σταθεροποίηση αποκαλούμε τον πλήρη στραγγαλισμό της παραγωγικής δραστηριότητας και τον μηδενισμό των δεικτών! Κι έτσι αντί να θεραπεύσουν το πρόβλημα και να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη των τρωτών αυτών οικονομιών, τα μέτρα του ΔΝΤ έχουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: αποσάθρωση των κρατικών θεσμών, κατάργηση των προστατευτικών οικονομικών φραγμών και ηθελημένη οικονομική εξαθλίωση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων μέσω εξαντλητικών φοροεισπρακτικών πολιτικών.

Κι εδώ κρύβεται ίσως το πλέον τρωτό τμήμα της οικονομικής πολιτικής του ΔΝΤ, αυτό που το αφήνει έκθετο στην κριτική: η παραγωγή φτώχειας δηλαδή και η αύξηση των δεικτών ανεργίας. Οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί ο οργανισμός επηρεάζουν την αγορά εργασίας μέσω της διαβόητης «ρύθμισης του κόστους ανεργίας», τον δραστικό περιορισμό δηλαδή του συνολικού κόστους της αγοράς εργασίας. Κι έτσι υπονομεύεται ανοιχτά η ανάπτυξη της τοπικής καταναλωτικής βιομηχανίας, καθώς καταστρέφονται τα ίδια τα θεμέλια της αγοράς μέσω στριφνών «αναπτυξιακών» πολιτικών που πνίγουν κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία.

Το εξαγόμενο το γνωρίζουμε πια καλά: σάρωμα του επιχειρηματικού κόσμου, κύμα πτωχεύσεων και εκτίναξη των δεικτών ανεργίας. Και τότε έρχονται οι ξένοι σωτήρες, οι πολυεθνικοί κολοσσοί, για να ολοκληρώσουν τη ζοφερή εικόνα των μεταρρυθμίσεων του ΔΝΤ, την ίδια ώρα που οι ακόμα πιο ευάλωτες τώρα εθνικές οικονομίες μένουν ακόμα πιο παραδομένες στις κερδοσκοπικές προθέσεις των επιτήδειων.

Φαίνεται πως η συρρίκνωση των τοπικών οικονομιών μόνο τυχαίο «υποπροϊόν» της παρέμβασης του Ταμείου δεν είναι, καθώς ο στραγγαλισμός της αγροτικής αυτάρκειας και η στροφή της οικονομίας σε εξαγωγικά μονοπάτια αποτελεί παγκόσμια σταθερά στη λίστα των διαρθρωτικών μέτρων που επιβάλει το ΔΝΤ.

Κανείς δεν ισχυρίζεται φυσικά πως όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία, είτε μιλάμε για τις προκλήσεις των αναπτυγμένων χωρών είτε για τις απόπειρες ανάπτυξης των αναπτυσσόμενων οικονομιών, πυροδοτούνται από τις πολιτικές που ακολουθούν οι διεθνείς δομές που ξεπήδησαν από το Bretton Woods το 1944. Η οικονομική δυσπραγία και αληθινή είναι και περίπλοκη στην εξέλιξή της και πολλές χώρες τίθενται αντιμέτωπες με τα νέα δεδομένα αποτυγχάνοντας να προσαρμοστούν στις επιταγές του νέου παγκοσμιοποιημένου κόσμου μας.

Είναι ωστόσο εξίσου αληθές ότι ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα επιδεινώνουν τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα κλιμακώνοντας (αν όχι μεθοδεύοντας ενεργά) τις παρενέργειές τους, πριν πυροδοτήσουν μια σειρά ακόμα από μέτρα που λειτουργούν προς την κατεύθυνση της όξυνσης των αντιθέσεων και της μεταφοράς του πλούτου από τον φτωχό Νότο στον πλούσιο Βορρά. Κι έτσι δεν είναι λίγοι οι επικριτές που βλέπουν πίσω από τη δράση του ΔΝΤ έναν νέο αποικιοκρατικό μηχανισμό, που λειτουργεί στα ίδια μάλιστα πλαίσια της ασύστολης καταδυνάστευσης.

Είναι όμως και το άλλο: ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα έχουν καταφέρει να προκαλέσουν περισσότερη καταστροφή παρά ανοικοδόμηση σε πολλούς ακόμα τομείς, από τους οποίους ξεχωρίζει η κρατική διαφθορά, ο άμεσος στόχος πολλών παρεμβατικών πολιτικών. Όχι μόνο δεν πατάσσεται η αυθαιρεσία και η διαφθορά, αλλά μέσα στο νέο ασφυκτικό πλαίσιο της λιτότητας φαίνεται αντιθέτως να ευνοείται και να ανθεί, υπονομεύοντας κάθε κυβερνητική πολιτική που κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Τα Προγράμματα Διαρθρωτικής Πολιτικής (SAPs) και τα έργα τους

Τα διαβόητα SAPs είναι πακέτα μέτρων που προωθούνται από ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα σε χώρες που πλήττονται από κρίση για να αντιστρέψουν το χρηματοπιστωτικό κλίμα και να επιφέρουν σταθερότητα και γιατί όχι ανάπτυξη. Τι περιλαμβάνουν; Υποτίμηση του νομίσματος, δραστικές φορολογικές μεταρρυθμίσεις, κατάργηση δασμών, απελευθέρωση τιμών και άλλες νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

Ιστορικά βέβαια, καθώς πλέον είμαστε σε θέση να αποτιμούμε τη δράση του ΔΝΤ στη βάση του ιστορικού ορίζοντα, η εφαρμογή των Προγραμμάτων Διαρθρωτικής Πολιτικής έχουν εντελώς αντίθετες συνέπειες: αποσταθεροποίηση των εθνικών νομισμάτων και περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς, κάτι που συνεπάγεται απαρέγκλιτα την υποβάθμιση των οικονομιών.

Εκπαιδευτικές δομές κλείνουν, τα δημόσια συστήματα υγείας μαστίζονται και ξεσπούν ακόμα και λιμοί (στις αναπτυσσόμενες χώρες) ως αποτέλεσμα της ύποπτης δράσης του ΔΝΤ. Κι αν στην ιδρυτική πράξη της Παγκόσμιας Τράπεζας ο στόχος της ήταν η μείωση της παγκόσμιας φτώχειας και η προστασία του περιβάλλοντος, οι πολιτικές που προωθεί έχουν οδηγήσει στην πρωτοφανή αποψίλωση των δασών και την πρωτόγνωρη εξάντληση των φυσικών πηγών, καθώς οι χώρες που δέχονται τη βοήθειά της πρέπει πάση θυσία να παράγουν πολύ για να εξάγουν και να μπορούν έτσι να αποπληρώνουν τις δόσεις.

Είναι ακριβώς η αμφιβόλου στόχου δράση των Προγραμμάτων Διαρθρωτικής Πολιτικής που έχουν κάνει τους επικριτές να μιλούν για οικονομικές γενοκτονίες, μαζικές ξεθεμελιώσεις τοπικών οικονομιών δηλαδή μέσω μεταρρυθμίσεων που δεν είναι καθόλου προφανές ποιον ωφελούν. Η παραγωγή ανισοτήτων από την κατάφωρη χειραγώγηση της παγκόσμιας οικονομίας από ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα μόνο συμπτωματική δεν μπορεί να είναι…

Παραδείγματα εφαρμογής SAPs: Η περίπτωση της Σομαλίας

Οι προαναφερθείσες αρνητικές συνέπειες που προκαλούνται από τις διεθνείς δομές που ξεπήδησαν από το συνέδριο του Bretton Woods κάνουν ορατό το γιατί αντιστέκονται σθεναρά στον παρεμβατισμό τους τόσες και τόσες χώρες, σε όποιο τμήμα του δίπολου ανάπτυξης κι αν αυτές ανήκουν. Θα πάρουμε ως υπόδειγμα το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στη Σομαλία, την κτηνοτροφική οικονομία δηλαδή που βασιζόταν στην ανταλλακτική δραστηριότητα μεταξύ νομάδων βοσκών και γεωργών. Η παρέμβαση ΔΝΤ και Παγκόσμιας Τράπεζας στη δεκαετία του 1980 δημιούργησε μια ανείπωτη αγροτική κρίση στο εσωτερικό της χώρας, μέσω της εγκαθίδρυσης επιζήμιων οικονομικών μέτρων που έφεραν τη δυσπιστία στις συναλλαγές μεταξύ κτηνοτροφικού και αγροτικού κόσμου.

Το Πρόγραμμα Διαρθρωτικής Πολιτικής που επέβαλε το ΔΝΤ ανάγκασε τη χώρα να αλλάξει την αγροτική πολιτική της βασιζόμενη σταδιακά στην εισαγωγή σιτηρών από πολυεθνικούς κολοσσούς, ένα γνώριμο μοντέλο που έχει ακολουθηθεί ευρέως στις χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου. Καθώς λοιπόν το φτηνότερα ξένα σιτηρά των επιδοτούμενων πολυεθνικών κατέκλυσαν τη σομαλική αγορά, η ντόπια παραγωγή στραγγαλίστηκε ολοσχερώς και πλέον η εξάρτηση της χώρας από το ξένο κεφάλαιο ήταν απόλυτη. Οι αγρότες βουτήχτηκαν σε ακόμα μεγαλύτερη ανέχεια, με τον αντίκτυπο των SAPs στη Σομαλία να παραμένει μνημειώδης σε όρους καταστροφής: κατάρρευση των δημόσιων δομών, γκρέμισμα της αγοράς και νέα επίπεδα φτώχειας σε μια αγροτική οικονομία που δεν μπορούσε πλέον να διαθέσει τα προϊόντα της.

Όσο για τις αλυσιδωτές αντιδράσεις, υπήρξαν εξίσου παροιμιώδεις: η αποσάθρωση του αγροτικού τομέα επηρέασε και την κτηνοτροφία, καθώς η πληθώρα των ζώων έμενε πια αδιάθετη, αφού οι κτηνοτρόφοι δεν είχαν πια με τι να ανταλλάξουν τα προϊόντα τους. Η ολοκληρωτική αποσύνθεση της αγοράς επέφερε τον όλεθρο στην τοπική οικονομία, καθώς ούτε εξαγωγές (το Άγιο Δισκοπότηρο της πολιτικής του ΔΝΤ) γίνονταν πια ούτε η κεντρική κυβέρνηση διέθετε πόρους για να υποστηρίξει τις κρατικές δομές. Η παρέμβαση του ΔΝΤ στη Σομαλία μέτρησε άλλη μια κατακλυσμιαία αποτυχία, εισάγοντας πρωτόγνωρα επίπεδα φτώχειας σε μια ήδη εξαθλιωμένη κοινωνία…

Το παράδειγμα της Ινδονησίας

Ήταν το 1997 όταν βλήθηκε η Ινδονησία από την κρίση της Ανατολικής Ασίας, με τα χρόνια που μας χωρίζουν από τις πρακτικές του ΔΝΤ να παρέχουν επαρκές ιστορικό έδαφος για παραγωγή αξιολογικών κρίσεων. ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα παρενέβησαν για να αποφορτίσουν την κατάσταση με σωρεία Προγραμμάτων Διαρθρωτικής Πολιτικής, αν και σύντομα έγινε σαφές ότι οι πολιτικές των διεθνών θεσμών όχι μόνο δεν εκτόνωσαν την κρίση, αλλά εισήγαγαν και μια νέα σειρά από ανεπιθύμητες δράσεις. Η ασιατική κρίση που μάστισε Μαλαισία, Φιλιππίνες και Ινδονησία τον Ιούλιο του 1997 θα θεραπευόταν από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις του Ταμείου, αν και στο τέλος το σκηνικό θύμιζε ολοκληρωτική καταστροφή: μεγάλοι παίκτες της αγοράς πτώχευσαν, ο δημόσιος τομέας φαλίρισε και η παραγωγική δραστηριότητα πάγωσε στο εσωτερικό της Ινδονησίας.

Η εξαγορά του ιδιωτικού χρέους του τραπεζικού τομέα από το Δημόσιο, έτσι όπως αυτή επιβλήθηκε ευθέως από το ΔΝΤ, επέφερε μια τρομακτική αύξηση στο κρατικό χρέος και προκάλεσε τη ραγδαία παρακμή του δημόσιου τομέα, μαστίζοντας την κοινωνία με τρόπο πρωτοφανή: κατακρήμνιση του κράτους πρόνοιας αλλά και της αγοράς, αφήνοντας τη χώρα να μην μπορεί να συντηρήσει τις δομές της. Άλλο ένα εξαίσια τρομακτικό παράδειγμα του ρυθμιστικού παρεμβατισμού του ΔΝΤ, που επιφέρει καταστροφή στις χώρες που υποτίθεται ότι βοηθά να ορθοποδήσουν…

Τελικά…

Σήμερα είναι πια αρκετά πασιφανής ο ρόλος των δομών που ξεπήδησαν από το Bretton Woods στη διαχείριση των παγκόσμιων κρίσεων. Κι αν ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα ιδρύθηκαν για να φέρουν την ανάπτυξη και την ειρήνη στον πλανήτη, οι εμφατικές αυτές διακηρύξεις καταστρατηγήθηκαν εμφανώς στην πορεία, λειτουργώντας πια ως Δούρειος Ίππος των ισχυρών στην περαιτέρω εξαθλίωση των αδύναμων. Οι πολιτικές τους κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό αφήνοντας πολλούς να αναρωτιούνται τόσο για την ασύδοτη δράση τους όσο και για το απροκάλυπτα οφθαλμοφανές του πράγματος. Τα θύματα ωστόσο της οικονομικής γενοκτονίας που επιφέρουν ευθέως ή εμμέσως οι πολιτικές ΔΝΤ και Παγκόσμιας Τράπεζας δεν είναι παρά μια μικρή υποσημείωση στον αγώνα της οικονομικής ελίτ για περαιτέρω πλούτο…

———————————————————————————————————————————————–

Πηγή: newsbeast.gr,  Gazzetta, το είδαμε στο seisaxthia.wordpress.com

Σύνδεσμος: https://seisaxthia.wordpress.com/2015/02/10/to-%CE%B4%CE%BD%CF%84-%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B5%CE%B6%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF/

eu-flag1423158635

Γιατί οι ξένοι «παίζουν» την Ελλάδα

By | Άρθρα, Διεθνή, Ελλάδα, Οικονομία | No Comments
Η διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τους διεθνείς δανειστές, η πρώτη ουσιώδης από την επιβολή των μνημονίων το 2010, έχει αποκτήσει μια απροσδόκητη – από τους περισσότερους τουλάχιστον – διεθνή δυναμική, η οποία της δίνει τη δυνατότητα να προσδοκά βασίμως κέρδη από αυτή.Στο ευρωπαϊκό πεδίο η πολιτική συγκυρία μοιάζει ευνοϊκή καθώς οι θεσμικοί δανειστές και χώρες εντός και εκτός ευρωζώνης εμφανίζονται θετικά διακείμενοι στη χαλάρωση της λιτότητας, η οποία κατά γενική ομολογία έχει δημιουργήσει πλήρες αδιέξοδο και έχει οδηγήσει στην καταστροφή την ελληνική οικονομία και κοινωνία.Αν κάποιος εξαιρέσει την Ισπανία και την Πορτογαλία, οι οποίες βαδίζουν προς εθνικές εκλογές τους επόμενους μήνες, με κίνδυνο ανατροπής των κυβερνήσεών τους, και συντάσσονται ασμένως με την πλευρά της Γερμανίας προς υπεράσπιση της πολιτικής τους, ή τις χώρες – δορυφόρους της Γερμανίας, όπως η Ολλανδία και η Φινλανδία, σε μια σειρά μεγάλες, πολιτικά και οικονομικά κρίσιμες χώρες της Ευρώπης, αλλά και θεσμούς της ηπείρου μας, κάποια από τα αιτήματα της Ελλάδας βρίσκουν ευήκοα ώτα.Ένας παράγοντας με τεράστιο ειδικό βάρος είναι η πολιτική αστάθεια, η οποία απειλεί πολλές από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες η προοπτική της κοινωνικής καταστροφής λόγω της λιτότητας, σε συνδυασμό με την απέχθεια για τη γερμανική παντοδυναμία, προκαλεί επώδυνες πολιτικές αναταράξεις.Ας δούμε σε ποιο μήκος κύματος κινούνται οι παραπάνω παράγοντες και γιατί υποστηρίζουμε ότι το κλίμα προσφέρει ευκαιρίες για την Ελλάδα αυτή την περίοδο.
Ευρωπαϊκοί θεσμοί και ΔΝΤ1 Η Κομισιόν καλοβλέπει την κατάργηση του τεχνικού σκέλους της τρόικας, καθώς ο επικεφαλής της επιτροπής, ο κατά κανόνα διαλλακτικότερος – εν συγκρίσει με τη Γερμανία – πρόεδρός της Ζαν Κλοντ Γιούνκερ έχει από τον Μάιο του 2014 ταχθεί υπέρ αυτής της προοπτικής, και μάλιστα σε ελληνικό μέσο ενημέρωσης: την ιστοσελίδα Euro2day και τη δημοσιογράφο Αγγελική Παπαμιλτιάδου. Έλεγε τότε ο Γιούνκερ:

«Θα έλεγα όχι πως η τρόικα είναι αντιδημοκρατική, καθώς διορίζεται έμμεσα από εκλεγμένους πολιτικούς, πιστεύω όμως ότι ο πρόεδρος του Eurogroup πρέπει να συμμετέχει ενεργά σε αυτή γιατί πρεσβεύει όλες τις διαφορετικές χώρες. Πιστεύω ότι οι πολιτικοί πρέπει να πάρουν τα ηνία της τρόικας και όχι μη εκλεγμένοι αξιωματούχοι διεθνών οργανισμών».

Επιπλέον ο Γιούνκερ είναι ο εμπνευστής του ομώνυμου επενδυτικού «πακέτου» για το σύνολο της Ε.Ε., ύψους 315 δισ. ευρώ, το οποίο πέρασε από τα σαράντα κύματα, αλλά εν τέλει έγινε αποδεκτό από τη Γερμανία, έστω και πετσοκομμένο, και σύμφωνα με τους αισιόδοξους, αν λειτουργήσει θετικά, ενδέχεται έως και να τριπλασιαστεί τα επόμενα χρόνια.

Γι’ αυτό χαλάρωση της λιτότητας και ανάπτυξη δεν είναι έννοιες εντελώς ασύμβατες με τη στροφή που επιχειρεί η Κομισιόν. Το ζήτημα είναι αν θα υπάρξει το κατάλληλο πολιτικό περιτύλιγμα για να προχωρήσει η κατάργηση του σχήματος χωρίς να δοθεί η εντύπωση ότι Γερμανία και Κομισιόν υποχωρούν μπροστά στην Ελλάδα ή συγκρούονται γι’ αυτήν.

2 Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – και αυτή μετά κόπων και βασάνων λόγω των γερμανικών αντιρρήσεων – συμβάλλει δειλά σε μια ευρωπαϊκή στροφή προς τη νομισματική χαλάρωση μέσω του χρηματοδοτικού «πακέτου Ντράγκι». Το εν λόγω «πακέτο» στην πραγματικότητα καταστρατηγεί εμμέσως την καταστατική αρχή της τράπεζας να μην χρηματοδοτεί τα κράτη – αγοράζει ομόλογα κρατών από τράπεζες, οι οποίες όμως τα έχουν αγοράσει από κράτη.

Για τα ομόλογα χωρών με υψηλή πιστοληπτική αξιολόγηση δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Για τις χώρες με ιδιαίτερα χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση – δηλαδή της Ελλάδας και της Κύπρου – ο όρος είναι να βρίσκονται σε ένα πρόγραμμα από κοινού συμφωνημένο με την ευρωζώνη.

Η ΕΚΤ ωστόσο – αντίθετα με τα όσα διαδίδουν στην Ελλάδα οι… «κραγμένοι» μνημονιακοί – δεν περιγράφει ένα συγκεκριμένο είδος προγράμματος και, πολύ περισσότερο, δεν απαιτεί ένα μνημόνιο όπως αυτό που λήγει. Η απαίτησή της είναι το όποιο ισχύον πρόγραμμα να είναι συμφωνημένο με την ευρωζώνη.

Η δημοσιευθείσα πρόθεσή της να αποχωρήσει από την τρόικα ενδέχεται να αποτελέσει τον καταλύτη για τη διάλυση αυτού του σχήματος. Όμως σύγκρουση της ΕΚΤ με τη Γερμανία για χάρη μας δεν νοείται…

Το ΔΝΤ, τέλος, έχει κατ’ επανάληψη διαπιστώσει δημοσίως ότι στην Ελλάδα η υπερφορολόγηση των μεσαίων και χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων έχει πιάσει «ταβάνι» και, σε συγχορδία τόσο με τη Γερμανία όσο και με τα μεγάλα ΜΜΕ του πλανήτη, υποστηρίζει εσχάτως ότι οι ελληνικές ελίτ, οι οποίες φέρουν κατ’ εξοχήν την ευθύνη για την κρίση, παραμένουν στο απυρόβλητο ύστερα από μια πενταετία μνημονίων.

Κατά συνέπεια το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει βρεθεί συχνά τους τελευταίους μήνες να συμφωνεί με την τέως αντιπολιτευτική και νυν κυβερνητική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ περί φορολόγησης του μεγάλου πλούτου και μεταρρυθμίσεων που θα επικεντρώνονται στην πλήρη αναδιάρθρωση του κράτους με στόχο την πάταξη της διαφθοράς και της παραοικονομίας.

Έχει επίσης κατά καιρούς ταχθεί υπέρ του κουρέματος του ελληνικού δημόσιου χρέους στο σκέλος που αφορά τους Ευρωπαίους θεσμικούς δανειστές – αν και τελευταία η θέση του αυτή έχει ατονήσει.

Βρετανία και αντιευρωπαϊσμός

Η δεύτερη οικονομική δύναμη της Ε.Ε., διατηρώντας σε προτεραιότητα τη ρητορική περί μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικής τάξης, η οποία άλλωστε αποτελεί την κορωνίδα όλων των δυνάμεων που παίζουν σημαντικό ρόλο στο παγκόσμιο οικονομικό παιχνίδι, τάσσεται υπέρ της χαλάρωσης της λιτότητας και επιχειρεί να τονίσει τη σημασία της ανάπτυξης για την έξοδο από την κρίση. Εδώ σημειώνουμε δύο ακόμη παράγοντες που καθιστούν ενδιαφέροντα – και δυνάμει φιλελληνικό – τον βρετανικό ρόλο:

1Η κυβέρνηση Κάμερον, έχοντας να αντιμετωπίσει έναν αντιγερμανικό και αντι-Ε.Ε. οικονομικό εθνικισμό, που εστιάζεται στην τραπεζική αυτονομία του λονδρέζικου «Σίτι» έναντι της ευρωπαϊκής τραπεζικής ενοποίησης και εκπροσωπείται δυναμικά από τον απρόβλεπτο Νάιτζελ Φάραντζ και το κόμμα του, παίζει «επικίνδυνα», στο όριο του… «ατυχήματος», με την προοπτική εξόδου από την Ε.Ε., ένα ερώτημα το οποίο θα τεθεί και σε δημοψήφισμα με μη προβλέψιμο αποτέλεσμα.

2Οι αντιπολιτευόμενοι Εργατικοί βλέπουν να εμφανίζεται απροσδόκητα στους κόλπους τους – ύστερα από την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα – ένα αίτημα για αριστερή στροφή με αποκατάσταση των εργασιακών δικαιωμάτων, αυξήσεις μισθών κ.λπ. Το θατσερικό μοντέλο ενδέχεται να αμφισβητηθεί πολύ σοβαρότερα αν μια σύγκρουση της «μισητής» Γερμανίας με την Ελλάδα λάβει συμβολικό χαρακτήρα.

Συνεπώς για τις μεγάλες βρετανικές πολιτικές δυνάμεις μια σύντομη συμβιβαστική λύση μοιάζει να αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα.

Η Γαλλία και ο κίνδυνος Λεπέν

Η τρίτη οικονομική δύναμη της Ε.Ε. και δεύτερη της ευρωζώνης βρίσκεται ίσως στην πιο δύσκολη θέση. Η αδύναμη κυβέρνηση Ολάντ, που σύντομα υποτάχθηκε στη γερμανική ισχύ, παρά τις αρχικές διακηρύξεις της, παίζει με τα πολιτικά της όρια και τις μικρές αντοχές της και βυθίζεται διαρκώς στον βάλτο των αντιφάσεών της.

1 Αυτή την εποχή επιχειρεί να εφαρμόσει ένα άτυπο μνημόνιο νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα επιβεβλημένο από τη Γερμανία, το οποίο – παρά την κραυγαλέα, πλην συμφωνημένη με τη Μέρκελ, παραβίαση του Συμφώνου Σταθερότητας – όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση με τον ηγεμονικό ευρωπαϊκό ρόλο της Γαλλίας, αλλά πληγώνει βαριά τα λαϊκά στρώματα. Η απειλή για επίσημο κατρακύλισμα της γαλλικής οικονομίας στην κρίση είναι συνεχώς παρούσα την τελευταία τριετία.

2 Η προϊούσα αποδυνάμωση της γαλλικής οικονομίας και η σταδιακή απαξίωση του γαλλικού ρόλου στην Ευρώπη – υπό τη βαριά γερμανική σκιά – τροφοδοτεί διαρκώς το Εθνικό Μέτωπο, έως που η ηγέτιδά του Μαρίν Λεπέν να προβάλλει σταδιακά ως φαβορί για την προεδρία της Γαλλίας. Εδώ πρέπει οπωσδήποτε να σημειώσουμε ότι η Λεπέν δεν τάχθηκε τυχαία υπέρ του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ:

♦ Αν η Ελλάδα ηττηθεί κατά κράτος από τη Μέρκελ, η ήττα της – ύστερα από πέντε χρόνια οικονομικής πολιτικής παρόμοιας με την επιβαλλόμενη στη Γαλλία – και η εμβάθυνση της καταστροφής και της υποτέλειάς της θα τροφοδοτήσουν τα επόμενα λεπενικά συνθήματα με ευθεία αναφορά στον «λίγο» Ολάντ. Το σημερινό σύνθημα της Λεπέν περί εξόδου από το – καταστροφικό για την υπόσταση των ευρωπαϊκών εθνών και κοινωνιών – ευρώ ίσως αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη δυναμική.

♦ Αν η Ελλάδα καταφέρει να νικήσει τη γερμανική ακαμψία – και μάλιστα με τρόπο θριαμβευτικό –, τότε η Λεπέν θα χρησιμοποιήσει τη χώρα μας και την κυβέρνησή της ως σύμβολο της αντίθεσης στη Γερμανία και την (εκπορευόμενη από την ύπαρξη του ευρώ) ισχύ της.

Ο ίδιος ο Ολάντ ποτέ δεν είδε με καλό μάτι το ενδεχόμενο μιας «συμμαχίας του Νότου» κατά της Γερμανίας. Όμως η κυβέρνησή του, παρά τη γερμανική πίεση, έχει κάθε λόγο να στηρίξει μια όσο το δυνατόν συντομότερη συμβιβαστική διευθέτηση της ελληνογερμανικής διαφοράς με τις λιγότερες απώλειες για κάθε πλευρά.

Όσο πιο γρήγορα εκτονωθεί η κρίση, τόσο μικρότερη η πολιτική ζημιά της κυβέρνησης Ολάντ. Να προσθέσουμε και την επιβεβαίωση – έστω επικοινωνιακή – του κεφαλαιώδους ρόλου της στον περίφημο «γαλλογερμανικό άξονα», τον οποίο τόσο μεγάλη σπουδή επέδειξε να τονίσει ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Μισέλ Σαπέν στη συνάντησή του με τον Βαρουφάκη. Όπως άλλωστε και την πίεση που ασκείται από την αριστερή πτέρυγα των Γάλλων Σοσιαλιστών για καλύτερες σχέσεις με τον ΣΥΡΙΖΑ και την ανάλογη πολιτική στροφή.

Η ιστορικά καλή σχέση Γαλλίας και Ελλάδας είναι πάντα σημαντική, αλλά οι πολιτικές ανάγκες της κυβέρνησης Ολάντ είναι, στην τρέχουσα συγκυρία, ακόμη σημαντικότερες…

Η Ιταλία και ο φιλόδοξος Ρέντσι

Η τέταρτη οικονομία της Ε.Ε. και τρίτη της ευρωζώνης ζει μια πολιτική κατάσταση εξίσου ιδιόμορφη – με πολλά κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και διαφορές – με εκείνη της Γαλλίας.

1 Η κυβέρνηση Ρέντσι – όπως αυτή του Ολάντ – επιχειρεί να εφαρμόσει ένα άτυπο, εκπορευόμενο από τη γερμανική υπόδειξη, μνημόνιο, αλλά με (παρόμοιες με αυτές προς τη Γαλλία) άτυπες διευκολύνσεις για καταστρατήγηση του Συμφώνου Σταθερότητας, το οποίο, λίγο μετά την ψήφισή του, μοιάζει με κουρελού.

2 Ο Ρέντσι – σε αντίθεση με τον Ολάντ – είναι νέος, χαίρει εκτίμησης στο εσωτερικό της Ιταλίας διότι εμφανίζεται ως πόλος αντίθετος στη γερμανική παντοδυναμία και συχνά διεκδικητικός, είναι σχετικά δεκτικός σε ένα είδος «συμμαχίας του Νότου» και πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν ότι το χτίσιμο του πολιτικού μέλλοντός του θα μπορούσε να περάσει και μέσα από τον ηγετικό ρόλο του σε αυτή τη «συμμαχία».

3 Δεν πρέπει άλλωστε να παραβλέπουμε ότι ήδη στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος η πίεση για αριστερή στροφή – ύστερα από την επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και την αξιοπρεπή εκλογική επίδοση της «Άλλης Ευρώπης με τον Τσίπρα» στις ευρωεκλογές – έχει δημιουργήσει επιπλέον πιέσεις για τον Ρέντσι.

4 Ένα ακόμη σοβαρότερο στοιχείο στην ιταλική πολιτική σκηνή είναι η – αξιοσημείωτη – αντίθεση στο ευρώ, η οποία, αν και κατά καιρούς εμφανίζεται με δυνάμει πλειοψηφικά χαρακτηριστικά στις δημοσκοπήσεις, δεν έχει βρει αξιόπιστη πολιτική έκφραση.

Η διαφθορά, η ηθική έκπτωση και η φυλάκιση του Μπερλουσκόνι, η εξαιρετικά προβληματική πολιτική και οργανωτική έκφραση των «Πέντε Αστέρων» του Γκρίλο και ο αυστηρά ταξικός και τοπικιστικός – υπέρ του πολύ πλούσιου Βορρά και εναντίον του πολύ φτωχού Νότου – χαρακτήρας της Λέγκας του Βορρά δεν επιτρέπουν προς το παρόν μια ενιαία και συνεκτική πολιτική έκφραση αντιευρωπαϊσμού ή αντιγερμανισμού.

Η προοπτική αυτή όμως παραμένει πάντα ενεργή και εξαιρετικά απειλητική για το ιταλικό πολιτικό σύστημα. Σε ένα τέτοιο εκρηκτικό πλαίσιο, με τις κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις να ρέπουν προς την όξυνσή τους στο πλαίσιο του άτυπου μνημονίου, ο Ρέντσι, ως εξαιρετικά φιλόδοξος νέος πολιτικός, καλοβλέπει το «μοντέλο Τσίπρα» στην Ελλάδα ως θεμέλιο μιας πολλά υποσχόμενης πολιτικής καριέρας.

Η ανησυχία στο Βερολίνο και η πρόβλεψη συμβούλων της Μέρκελ ότι θα εξελιχθεί σε έναν από τους «επαναστάτες του Νότου» είναι ήδη εμφανής, ωστόσο σε καμιά περίπτωση ο Ρέντσι δεν φαίνεται ακόμη διατεθειμένος για μια μείζονα σύγκρουση με τη Γερμανία. Το σημαντικό για την Ελλάδα και την κυβέρνησή της πάντως είναι ότι μπορεί να ποντάρει στην ιταλική διάθεση για διαμεσολάβηση και στήριξη ένα από τα χαρτιά της στη διαπραγμάτευση με το Βερολίνο.

Οι ΗΠΑ και η παγκόσμια ασφάλεια

Μια από τις πιο ηχηρές παρεμβάσεις στο ζήτημα της ελληνικής διαπραγμάτευσης με τη Γερμανία για χαλάρωση της λιτότητας και την έξοδο από τα γερμανικής «εμπνεύσεως» μνημόνια είναι αυτή του Μπάρακ Ομπάμα, του προέδρου των ΗΠΑ, ο οποίος έκανε προ ημερών τη σημαντικότερη δήλωσή του για το ελληνικό θέμα.

Ο Ομπάμα και η κυβέρνησή του δεν παρεμβαίνουν πρώτη φορά ούτε για την κρίση του ευρώ ούτε για την Ελλάδα. Είναι άλλωστε γνωστό ότι οι ΗΠΑ – μαζί με την Κίνα – έκαναν τη σημαντικότερη παρέμβαση υπέρ της διατήρησης της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ στον προηγούμενο κύκλο της ελληνογερμανικής όξυνσης, με την απειλή ενός Grexit πιο ρεαλιστική από ποτέ.

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών – χωρίς να απέχει από την παρότρυνση για οικονομικές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική πειθαρχία – δήλωσε με αδιαμφισβήτητη σαφήνεια (και με ξεκάθαρο αποδέκτη τη Γερμανία) ότι δεν είναι δυνατόν να «στύβεις» οικονομικά κάποιον που δεν αντέχει άλλο. Συνεπώς, είπε, η ανάπτυξη είναι ο δρόμος εξόδου από την κρίση. Τα λόγια αυτά ειπώθηκαν ελάχιστα πριν ανακοινωθούν δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες για την Ελλάδα πρωτοβουλίες του Ομπάμα:

♦ Η συνάντησή του με την Άνγκελα Μέρκελ τη Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου στην Ουάσιγκτον, με θέμα, μεταξύ πολλών άλλων, την ευρωπαϊκή κρίση και την αντιμετώπισή της.

♦ Η αποστολή στην Ελλάδα ενός κλιμακίου Αμερικανών «σοφών» για ζητήματα οικονομίας, εν όψει της ελληνικής διαπραγμάτευσης για το ζήτημα του χρέους, της επιτήρησης κ.λπ.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι το αμερικανικό «χαρτί» – το οποίο ουδέποτε αξιοποιήθηκε σοβαρά από την κυβέρνηση Σαμαρά – υπήρξε, στο πεδίο της πολιτικής επένδυσης, υψηλής προτεραιότητας από την πλευρά του Τσίπρα, παρά τις επιφυλάξεις πολλών στον ΣΥΡΙΖΑ για τους πολύ γνωστούς και σοβαρούς ιστορικούς λόγους. Και ορθώς ο νυν πρωθυπουργός πήρε στα σοβαρά την αμερικανική «επένδυσή» του.

Αν όμως θέλουμε να δούμε ρεαλιστικά τη σημασία του ρόλου των ΗΠΑ στο «ελληνικό ζήτημα», οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε μερικά σημαντικά δεδομένα, ώστε να μην καλλιεργούνται ανεδαφικές προσδοκίες σε έναν λαό ο οποίος έχει υποφέρει τα πάνδεινα και αντιμετωπίζει, ίσως, με υπερβολική αισιοδοξία όλους εκείνους που για τους δικούς τους – πρωτίστως – λόγους τάσσονται υπέρ της χώρας μας.

1 Οι ΗΠΑ και ο Ομπάμα δεν είναι a priori εχθροί και ανταγωνιστές της Γερμανίας και της Μέρκελ. Κάθε άλλο. Η πρόσφατη κατάληξη της εμπορικής Διατλαντικής Συμφωνίας καθιστά ΗΠΑ και Γερμανία εταίρους υψηλής προτεραιότητας. Συνεπώς στο άμεσο μέλλον οι Αμερικανοί θα έχουν ως κύριο στόχο την αποσόβηση κάθε ανατάραξης που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο έναν τεράστιο, ενιαίο, πολιτικά και διοικητικά συμπαγή και πάμπλουτο εμπορικό πελάτη τους.

2 Οι ΗΠΑ και ο Ομπάμα δεν είναι a priori φίλοι και σύμμαχοι της Ελλάδας. Η χώρα μας υπήρξε πάντα σημαντική γι’ αυτούς λόγω της γεωστρατηγικής θέσης της. Σε συνθήκες αποσταθεροποίησης ολόκληρης της περιοχής μας και της Ουκρανίας, με το Ισλαμικό Κράτος και την Αλ Κάιντα να πρωταγωνιστούν σε Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική, με το στρατιωτικό ξύπνημα της Κίνας και τη διεκδίκηση ενός νέου βαρύνοντος ρόλου τόσο από αυτήν όσο και από τη Ρωσία, το σπάσιμο οποιουδήποτε κρίκου στην αλυσίδα συμμάχων των ΗΠΑ θα μπορούσε να διαταράξει επικίνδυνα τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες.

Γι’ αυτό ο Ομπάμα παρότρυνε δημοσίως τη Γερμανία να μην στύβει αυτούς που δεν αντέχουν άλλο. Μια συναινετική λύση είναι επιθυμία και των ΗΠΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την τύχη να αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση σε μια περίοδο που ο ρόλος της Ελλάδας εκ των πραγμάτων αναβαθμίζεται. Αν εκμεταλλευθεί αυτή τη χαραμάδα, την οποία ο ίδιος άλλωστε δημιούργησε την προηγούμενη διετία, ίσως καταφέρει να αποσπάσει κάποιο παραπάνω κέρδος.

Η «ακίνητη» και «ανίκητη» Γερμανία

Η φραστική διαμάχη της ελληνικής κυβέρνησης με τη Γερμανία γίνεται εν πολλοίς εκτός ατζέντας.

♦ Η Γερμανία φωνάζει για την τήρηση των δεσμεύσεων για μεταρρυθμίσεις την ώρα που η κυβέρνηση δεσμεύεται για… μεταρρυθμίσεις, και μάλιστα σε σημεία της γερμανικής ατζέντας που δεν υπηρετήθηκαν από τις μνημονιακές κυβερνήσεις, όπως η διαφθορά και το κράτος.

♦  Ο Σόιμπλε αποκλείει οριζοντίως και καθέτως κάθε πιθανότητα διαγραφής του ελληνικού χρέους, αλλά φαίνεται να απαντάει στις… προεκλογικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ – και μάλιστα πολύ πριν από τις εκλογές – και όχι τις σημερινές περί αναδιάρθρωσης με αναπτυξιακό πρόσημο.

♦ Ακόμη οι Γερμανοί αποκλείουν κατηγορηματικά την κατάργηση του ρόλου των δανειστών (τρόικα) την ώρα που η κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τίποτε περισσότερο από την (τεχνικού και όχι πολιτικού χαρακτήρα) αποστολή των τεχνοκρατών της. Αντιθέτως η Αθήνα και δέχεται και επιδιώκει τη διαπραγμάτευση με τα μέλη της τρόικας των δανειστών (Κομισιόν, ΕΚΤ, ΔΝΤ), με τους οποίους ήδη συναντιούνται Τσίπρας και Βαρουφάκης.

Στην πραγματικότητα ο καυγάς είναι άνευ ουσίας και αποσκοπεί στο χαμήλωμα των τόνων από την ελληνική πλευρά. Η Γερμανία τηρεί στάση αναμονής για να διαπιστώσει ποια είναι η πραγματική σχέση του αντιπολιτευτικού ΣΥΡΙΖΑ με τον κυβερνητικό. Η προχθεσινή δήλωση της Μέρκελ ότι «περιμένουμε τις προτάσεις και μετά θα αρχίσουμε συζητήσεις, (…) δεν θέλω να σχολιάσω μεμονωμένα όλες τις λεπτομέρειες που διαδίδονται» περιγράφει εν πολλοίς τη γερμανική στάση.

Η Γερμανία είναι ένα βαρύ σκαρί, που στρίβει αργά. Χρειάστηκαν οι πιέσεις των Αμερικανών (και των Κινέζων) – όπως αποκάλυψε πρόσφατα ο τέως υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Τιμ Γκάιτνερ – το 2012 ώστε να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ. Χρειάστηκε να γίνει ολόκληρος πόλεμος για να αποδεχθεί τελικά το «πακέτο Γιούνκερ». Χρειάστηκε να πιέσει όλος ο πλανήτης για να γίνει αποδεκτή μια ποσοτική χαλάρωση από τον Ντράγκι υπό στενούς όρους και προϋποθέσεις. Όμως εν τέλει υποχώρησε – λελογισμένα – σε όλα.

Η Μέρκελ δεν ρισκάρει ούτε τη σταθερότητα του πολύτιμου γι’ αυτήν ευρώ ούτε την πολιτική κυριαρχία στη χώρα της. Γι’ αυτό είναι απίστευτα δύσκολη διαπραγματεύτρια, αν και λιγότερο δογματική από τον Σόιμπλε.

Η Γερμανία, λοιπόν, δεν είναι εντελώς ακίνητη – και ενδεχομένως ούτε ανίκητη. Αρκεί στην Αθήνα να γίνει κατανοητό ότι η διαπραγμάτευση δεν είναι ένα σπριντ μεγάλης έντασης, όπου μετρούν η εκρηκτικότητα και η ταχύτητα και όπου όλα τελειώνουν σε μερικά δευτερόλεπτα, αλλά ένας μαραθώνιος, στον οποίο ο νικητής πρέπει, επιπλέον των παραπάνω, να διαθέτει στρατηγική και να κάνει σωστή επιλογή ρυθμού και δυνάμεων ώστε να μην εξαντληθεί η αντοχή του.

——————————————————————————————————————————————–

ΠΗΓΗ: Το ποντίκι, το είδαμε στο seisaxthia.wordpress.com

Του Σταύρος Χριστακόπουλος

Σύνδεσμος: https://seisaxthia.wordpress.com/2015/02/06/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%BF%CE%B9-%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/